(1913-1955)

Σταύρος Γ.ΝΤΑΓΙΟΣ

Τα πρώτα βήματα και η παράτολμη δικηγορία

Ο Γιάννης Διαμάντης γεννήθηκε στη Δερβιτσιάνη το 1913.

Ολοκλήρωσε την πρωτοβάθμια φοίτηση στη γενέτειρά του, το γυμνάσιο στην Κέρκυρα και, το 1934, αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή των Αθηνών. Επαναπατρίσθηκε την ίδια χρονιά και αφοσιώθηκε στη μάχιμη δικηγορία στη Νομαρχία Αργυροκάστρου. Για άγνωστους λόγους μεταφέρθηκε στα Τίρανα για έναν χρόνο. Κορυφαία στιγμή της δικηγορικής του πορείας στο Αργυρόκαστρο καταγράφεται η παράτολμη δικηγορική υπεράσπιση, ενώπιον του Στρατοδικείου Αργυροκάστρου, των στασιαστών Τότο-Γκυλμπέγκου (Ismet Toto, Ismail Gjylbegu), οι οποίοι ηγούνταν του αντιβασιλικού κινήματος τον Ιούνιο του 1937. Η υπεράσπιση απαιτούσε, πέραν της νομικής επάρκειας, και τόλμη, ελέω της κρατικής καταστολής, αλλά ο νεαρός Διαμάντης –ήταν μόλις 24 ετών– αγόρευσε με αξιοσημείωτο σθένος.

Αντίσταση, φυλακίσεις και η ρήξη με το ΕΑΜ

Τον Οκτώβριο του 1940, άμα τη καταλήψει του Αργυροκάστρου, οι Ιταλοί τον εξόρισαν στην Ιταλία και, βραδύτερα, τον Ιούλιο του 1943 (πριν από τη σφαγή της Γλύνας), αντιπαρατασσόμενος στους εθνικιστικούς σχεδιασμούς του εθνικιστικού «Μπαλ Κομπετάρ», καταδικάστηκε από την κατοχική κυβέρνηση σε εξάμηνη φυλάκιση και εγκλείσθηκε στις φυλακές της Αυλώνας. Δεν εξέτισε όλη την ποινή, καθώς, με τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, δραπέτευσε και επέστρεψε στη γενέτειρά του.

Οι πρωτοβουλίες του αλβανικού ΕΑΜ, σε συνεργασία με το αντίστοιχο ελληνικό, τον βρήκαν αντίθετο. Συμπαρατάχθηκε με την προσέγγιση του φαρμακοποιού Δροβιανίτη Γιώργου Ζώτου για τη συγκρότηση ανεξάρτητων ομάδων αυτοάμυνας, αντί της ένταξης στους στρατιωτικούς σχηματισμούς του αλβανικού στρατού, και την ίδρυση εθνικών επιτροπών αντί των εθνικοαπελευθερωτικών συμβουλίων του αλβανικού ΕΑΜ.

Η στάση αυτή τον έφερε στο στόχαστρο των κομμουνιστών, οι οποίοι τον απείλησαν, αναγκάζοντάς τον να καταφύγει προσωρινά στη Σωτήρα. Προειδοποιημένος ότι έπρεπε να εγκαταλείψει τη Δρόπολη –μάλιστα και από τον Μίλτο Κυργιάννη (κατά κόσμον Αλέξη Γιάννιαρη), απεσταλμένο του ελληνικού ΕΑΜ για τον συντονισμό κοινών στρατιωτικών επιχειρήσεων με το αντίστοιχο αλβανικό ΕΑΜ–, αλλά και από την αλβανική ΟΠΛΑ (Drejtoria e Mbrojtjes së Popullit), ο Διαμάντης, μαζί με τον διαπρεπή φιλόλογο Μιχάλ Μάνο –επίσης από τη Δερβιτσιάνη–, διέφυγαν προς Νότο και εγκαταστάθηκαν στα Ιωάννινα, όπου ανέλαβαν την έκδοση της εφημερίδας «Βόρειος Ήπειρος» του Χαράλαμπου Βάρφη.

Οι συγχωριανοί του Θοδωρής Σιάνος, Μιχάλης Καρατζάς και Φίλιππος Λίτσιος κατευθύνθηκαν προς Βορρά (εγκαταστάθηκαν στα Τίρανα) και ανέλαβαν την έκδοση της εφημερίδας «Λαϊκό Βήμα», στην οποία περιχαρακώθηκαν οι πιστεύοντες στην ιδεολογική πατρίδα. Το δημοσιογραφικό υλικό των δύο εφημερίδων καταδεικνύει, ιδίως στα πρώτα χρόνια (1945-1949), σφοδρή αντιπαράθεση, με εκατέρωθεν ύβρεις για τους «φασιστοειδείς των Ιωαννίνων» και τους «εξωμότες των Τιράνων».

Η σοβούσα ιδεολογική και πολιτική αντιπαράθεση ανάμεσα στις δύο εφημερίδες, αμφότερες διοικούμενες από Δερβιτσιώτες της ίδιας γενιάς, αλλά εμφορούμενες από εκ διαμέτρου αντίθετο φρονηματισμό, δεν δικαίωσε, έως τώρα τουλάχιστον, κανέναν.

Στο «Λαϊκό Βήμα», όπως σε όλον τον καθυποταγμένο στον πολιτικό καταναγκασμό αλβανικό Τύπο, η κομμουνιστική προπαγάνδα άγγιζε τα όρια της θρησκόληπτης παράνοιας, ενώ η κομμουνιστική ιδεολογία –μια μορφή νεοτερισμού για την εποχή– καθίστατο κατηχητική διακονία.

Σε αντιδιαστολή, η «Βόρειος Ήπειρος» πεισματικά –και πολλές φορές μυωπικά και επιφανειακά– πραγματευόταν θέματα που υπερέβαιναν το ταπεινό δημοσιογραφικό της ανάστημα, καθώς, το 1945-1947, μια εντελώς απροετοίμαστη κοινωνία είχε συρθεί σε μια τραγική περιπέτεια, την οποία δεν ήταν έτοιμη να δεχθεί και να ζήσει ούτε τη συνειδητοποιούσε.

Η όλη προσπάθεια της «επίλυσης του Βορειοηπειρωτικού» (άλλοι το αποκαλούσαν «Αλβανικό»), όπως το αντιλαμβανόταν τότε η δημοσιογραφική κοινότητα και η πολιτική τάξη, χωρίς μάλιστα την πλήρη συναίνεση της ελληνικής κυβέρνησης ή, το πολύ, παρασυρόμενη δύσθυμα σε αυτόν τον παραληρηματικό οίστρο, ήταν καταδικασμένη.

Η «υποστήριξη» της υπόθεσης, έστω και βερμπαλιστική, από τις Μεγάλες Δυνάμεις δεν ήταν παρά μια χρήσιμη ψευδαίσθηση, την οποία ηρέσκοντο να εκλαμβάνουν ως πραγματικότητα οι ταγοί των συλλόγων. Αδυνατώ να πιστέψω ότι σε κάποιους εξ αυτών η «αποδοχή» αυτή δεν υπέκρυπτε κάποιες φορές ίδιον όφελος.

Εν τέλει, οι σύλλογοι πρέσβευαν την «εθνική αρετή» χωρίς να προσδιορίζουν το περιεχόμενό της, τη στιγμή που οι κομμουνιστές την αποσιωπούσαν ολότελα ή τη μετουσίωναν σε «επαναστατική ηθική».

Λόγω αυτής της δράσης, ο Διαμάντης βρέθηκε στενά παρακολουθούμενος από την αλβανική ασφάλεια, μέσω των μυστικών πρακτόρων που είχαν διεισδύσει στην Ελλάδα.

Παράλληλες μοίρες και οικτρές διαψεύσεις

Παρενθετικά, προς Τίρανα είχε κατευθυνθεί, το 1940, και ο έτερος Δερβιτσιώτης λόγιος Ιωάννης Λίλλης –αλλά για άλλη ιδεολογική χρήση–, συνεργαζόμενος με την εφημερίδα «Tomori», ως εξέχων ανταποκριτής και σχολιαστής το διάστημα της κατοχής. Βραδύτερα, όμως, διέφυγε και αυτός στα Ιωάννινα για μια σύντομη παρεπιδημία, έως την επιλογή της οριστικής χώρας υποδοχής, της Αυστραλίας. Η δράση του Λίλλη υπέπεσε στην αντίληψη των Ελλήνων κομμουνιστών, οι οποίοι τον κατηγόρησαν για κατοχικό δοσιλογισμό, με συνέπεια κάποιες δικαστικές περιπέτειες πριν αναχωρήσει για την Αυστραλία.

Σε αντιδιαστολή με τον Λίλλη, ο ετεροθαλής αδελφός του Διαμάντη, Θοδωρής Μάλλιος, κομματικό μέλος του ΚΚΑ, ο οποίος ζούσε στην Ελλάδα, αλλά, πιστός στην κομμουνιστική του συγκρότηση, προτίμησε να επαναπατρισθεί το 1958 (εξαπατημένος από τις «ευεργετικές» διατάξεις του αλβανικού αμνηστευτικού νόμου και τη χειραγωγική προπαγάνδα, 1956/1958). Ένα χρόνο μετά, τον Ιούνιο του 1959, ο Μάλλιος, γοητευμένος από τον «αλβανικό παράδεισο», αρθρογραφούσε στο «Λαϊκό Βήμα» για τον «ηλεκτροφωτισμό στη Δερβιτσιάνη», αλλά το 1963 φυλακίσθηκε για αντικαθεστωτική προπαγάνδα και το 1989 ξανά με την ίδια κατηγορία, βιώνοντας τη διάψευση των προσδοκιών του.

Μυστικές αποστολές και ομιλίες σε παλλαϊκές συγκεντρώσεις

Ο Διαμάντης, εν τω μεταξύ, το 1945 ταξίδεψε στην Αθήνα και επικοινώνησε με τους ταγούς των συλλόγων των Βορειοηπειρωτών της Αλεξάνδρειας στην Αίγυπτο, όπου δραστηριοποιούνταν οι βιομήχανοι της οικογένειας Ζώτου και άλλοι Δροβιανίτες έμποροι, και ζήτησε βοήθεια για τη διενέργεια δολιοφθορών στις πρώτες μεταπολεμικές εκλογές στην Αλβανία (Δεκέμβριος 1945). Το εγχείρημά του ήταν φιλόδοξο, πλην όμως αποτελούσε μια αυτάρεσκη και αφελή επιθυμία, καθώς οι Αλβανοί κομμουνιστές δεν ήταν διατεθειμένοι να χαρίσουν ειρηνικά την εξουσία, ενώ την είχαν κατακτήσει με αίμα, βία και σκληρό, βάρβαρο εμφυλιακό αγώνα.

Στο ίδιο πλαίσιο, τον Μάρτιο του 1946, προσπάθησε να συγκροτήσει ομάδες συνδέσμων και να οργανώσει μυστικές αποστολές στη Δρόπολη για την προώθηση των εθνικών δικαιωμάτων των Ελλήνων της περιοχής. Συγχρόνως, υπήρξε ο κεντρικός ομιλητής στη μεγάλη συγκέντρωση στο Καλπάκι, ευαισθητοποιώντας την κοινή γνώμη για τις διώξεις των Ελλήνων της περιοχής του.

Από το 1947 (1948) ο Διαμάντης εγκαθίσταται οριστικά στην Αθήνα. Σύμπασα η κοινότητα των Βορειοηπειρωτών που είχαν καταφύγει στην Ελλάδα, κυρίως το 1944-1945, τον παροτρύνει να εμφανισθεί και να καταθέσει ενώπιον της Διερευνητικής Επιτροπής του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, ενώ οι αλβανικές εφημερίδες τον κατονομάζουν ως βασικό υποκινητή των δραπετεύσεων των συμπατριωτών του προς την Ελλάδα.

Ωστόσο, σε συνεργασία με τον Γενικό Γραμματέα της Γενικής Διοίκησης Ηπείρου, Βασίλη Μούτσο (από τους Δρυμάδες της Χιμάρας), οργανώνει εράνους και καταβάλλει κοπιώδεις προσπάθειες για τη συγκέντρωση βοήθειας και την αποκατάσταση των εκατοντάδων ρακένδυτων φυγάδων από τη Δρόπολη και το Βούρκο.

Η πολύκροτη δίκη της Άρτας

Η δεύτερη κορυφαία πολιτική και νομική στιγμή του Διαμάντη στην Ελλάδα είναι η σφοδρή σύγκρουση στην πολύκροτη δίκη ενώπιον του Στρατοδικείου Κακουργημάτων της Άρτας, με κατηγορούμενο τον Μίλτο Κυργιάννη, δημοδιδάσκαλο Δολιανών, κατηγορούμενο επί εσχάτη προδοσία: «ότι ως εντολοδόχος του Ελληνικού ΕΑΜ και ηγετικό στέλεχος τούτου εις Βόρ. Ήπειρον συνήψε συμφωνίας μετά των αντιπροσώπων της Αλβανικής Τσέτας (ΕΑΜ), διά των οποίων διευκολύνετο η εκχώρησις της Βορ. Ηπείρου εις τους Αλβανούς και ότι έστειλε αλβανικά τμήματα της Τσέτας εναντίον των Εθνικών Ομάδων Ελλήνων Ανταρτών, εις Λάβδανην (Πωγωνίου), αι οποίαι ετέλουν υπό τας διαταγάς του Στρατηγείου Μέσης Ανατολής». Ο Κυργιάννης κατηγορήθηκε και ως ηθικός αυτουργός στη δολοφονία του Βασίλη Σαχίνη. Ο Διαμάντης παρέστη ως μάρτυρας κατηγορίας μαζί με άλλους συμπατριώτες του: Σταύρο Σέκκα, Ελ. Γκουβέλη, Ι. Παππά κ.ά. Η δίκη άρχισε στις 25 Μαρτίου 1948. Η μαρτυρική κατάθεση του Διαμάντη υπήρξε συντριπτική. Την 18η Μαΐου 1948, ύστερα από δις αναβολή, με οριστική απόφαση του Κακουργιοδικείου, ο Κυργιάννης δικάσθηκε σε 12 έτη «πρόσκαιρα δεσμά» (μια παλαιότερη βαριά ποινή στερητική της ελευθερίας), αλλά η απόφαση άφηνε και πάλι ανικανοποίητες τις υπερφίαλες προσδοκίες των ακραίων παραγόντων των σωματείων, οι οποίοι επιθυμούσαν τη δημόσια «ανασκολόπισή» του.

Το πρόωρο τέλος

Ο Γιάννης Διαμάντης πέθανε νέος, μόλις 42 ετών, στις 7 Οκτωβρίου 1955 στην Αθήνα. Ο θάνατός του προκάλεσε ψυχική συντριβή στις τάξεις των Βορειοηπειρωτών. Καθώς ο θάνατος, όμως, είναι νομοτελειακή κατάληξη της φύσης για όλους τους θνητούς, τολμηρούς και δειλούς, ειλικρινείς και μη, δολερούς και άδολους, αργυρώνητους και αδέκαστους, την ίδια δεκαετία έφυγαν όλοι από τη ζωή σε νεαρή και παραγωγική ηλικία: Ο Μιχάλης Καρατζάς, ο πρώτος αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Λαϊκό Βήμα», πέθανε τον Ιούνιο του 1959 στα Τίρανα, σε ηλικία 39 ετών. Ένα μήνα μετά, σε ηλικία 45 ετών, πέθανε στο σανατόριο των Τιράνων ο «συνεπής και αλύγιστος αγωνιστής», κομματικό μέλος του ΚΚΕ, Θοδωρής Σιάνος, ο οποίος προήχθη στη θέση του αρχισυντάκτη το 1950.  Ο Γιάννης Λίλλης πέθανε στη Μελβούρνη της Αυστραλίας, σχεδόν απαρατήρητος, τον Ιούνιο του 1965, σε ηλικία 47 ετών. Ο μόνος που μακροημέρευσε από την πρώτη εκδοτική επιτροπή του «Λαϊκού Βήματος» ήταν ο Φίλιππος Λίτσιος.

Από Editor

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *