Σταύρος Γ. ΝΤΑΓΙΟΣ
Διδάκτωρ Ιστορίας ΑΠΘ
Το 1956, στο πνεύμα της μεταναστευτικής πολιτικής των υπολοίπων ανατολικών χωρών, του ειρηνιστικού δόγματος της «τήξης των πάγων» του Χρουστσόφ και στον απόηχο της μεγάλης επιτυχίας στο ανατρεπτικό κίνημα κατά της Αλβανίας (1949-1953, 1953-1956), η Αλβανική Βουλή ψήφισε τον Νόμο 2205/5-1-1956 «Για την αμνηστία των αλβανών φυγάδων στην αλλοδαπή» και επόμενους (συνοδευόταν από κατάλογο εξαιρουμένων φυγάδων), σύμφωνα με τον οποίο αμνηστεύονταν οι ποινικές ευθύνες όλων των αλβανών πολιτικών φυγάδων που βρίσκονταν στο εξωτερικό, υπό την αίρεση να επέστρεφαν στη Λαϊκή Δημοκρατία της Αλβανίας έως τις 31 Δεκεμβρίου 1957. Στους επαναπατρισθέντες εγγυούνταν όλα τα δικαιώματα, τα οποία απολάμβαναν και οι υπόλοιποι αλβανοί πολίτες.
Με το Διάταγμα 3005/23-11-1959 «Για την αμνηστία των αλβανών φυγάδων της αλλοδαπής», κοινοποιήθηκε επικαιροποιημένος κατάλογος των ανεπιθύμητων (συνολικά 207, όσοι διαλαμβάνονταν και στην κατάσταση του 1956), οι οποίοι δεν υπάγονταν στις ευεργετικές διατάξεις του νόμου για τον επαναπατρισμό. Μεταξύ αυτών ήταν και Βορειοηπειρώτες.
Οι νόμοι συνοδεύτηκαν από έντονη κομμουνιστική προπαγάνδα για τις ευεργεσίες τους και την «μεγαλοδωρία της πατρίδας προς τα πεπλανημένα από τον εχθρό παιδιά της», αλλά και από διάχυτο σκεπτικισμό έως και νευρική αντίδραση του μεγαλύτερου μέρους των φυγάδων, οι οποίοι διείδαν –και δικαίως διείδαν– δόλο στις προθέσεις του κομμουνιστικού καθεστώτος να παγιδεύσει και, στη συνέχεια, να φυλακίσει τους φυγάδες κατά την επιστροφή τους στην Αλβανία. Στην Πρωθυπουργία συγκροτήθηκε ειδική «κυβερνητική επιτροπή για την αμνηστία», αλλά η απήχηση ήταν και πάλι αμελητέα.
Ο νόμος αυτός λειτούργησε διαβρωτικά και διχαστικά στους κόλπους των αλβανών φυγάδων και δη των Βορειοηπειρωτών· το πέπλο της καχυποψίας και του αλληλοσπαραγμού κατέστη βαρύτερο και αυτό θεωρήθηκε τεράστια επιτυχία της αλβανικής κατασκοπίας.
Από την άλλη, ο υπουργός Εσωτερικών Κ. Χαζμπίου διατεινόταν ότι ανάμεσα στους επαναπατριζόμενους είχαν διεισδύσει και πράκτορες ξένων μυστικών υπηρεσιών, αλλά η κρατική ασφάλεια τούς είχε εντοπίσει και εξοντώσει.
Ενώ οι αλβανικές αρχές, διά του καρότου (υποσχέσεων) και του μαστιγίου (εξαναγκασμού), προσπαθούσαν να προσελκύσουν τους φυγάδες και να αλώσουν τους συλλόγους, οι εκπρόσωποι του σκληρού πυρήνα των συλλόγων ασκούσαν ασφυκτικές πιέσεις σε όσους εμφάνιζαν τάσεις μεταμέλειας ή νοσταλγίας για την πατρίδα τους.
Στις τάξεις των αλβανών και στους κατά τόπους καταυλισμούς, οι ηγήτορες των μεταναστευτικών κοινοβίων απειλούσαν και εκβίαζαν τους μετανοημένους να μην επαναπατρισθούν. Στο Λαύριο, στην Ερμούπολη και αλλού ξετυλίχθηκαν εικόνες απειλών, εκβιασμού, ξυλοδαρμών και δολοφονιών. Μεμονωμένα περιστατικά καταγράφηκαν και στις τάξεις των Βορειοηπειρωτών, αλλά σε πολύ μικρότερη κλίμακα. Οι σύλλογοι των Βορειοηπειρωτών επικαλούνταν τον δυτικό Τύπο, ο οποίος εμφανιζόταν επιφυλακτικός για τις ειλικρινείς διαθέσεις της αλβανικής κυβέρνησης. Το 1959 και ο ελληνικός Τύπος (κυρίως οι βορειοηπειρωτικές εφημερίδες) ανέφερε ότι, όσον αφορά τους πολιτικούς φυγάδες του εξωτερικού, οι ερυθροί των Τιράνων γνωρίζουν κάλλιστα ότι ουδείς εξ αυτών πρόκειται να εμπιστευθεί στα χέρια τους την τύχη του, διότι οι δύο προηγούμενες χορηγηθείσες αμνηστίες (το 1956 και το 1959) αποκάλυψαν πασιφανώς την απάτη. Όσοι φυγάδες του εξωτερικού –ευτυχώς αυτοί ήταν μετρημένοι– έδωσαν πίστη στις υποσχέσεις των κυβερνητών της Αλβανίας και επέστρεψαν, πλήρωσαν την αφέλεια με την ίδια τους τη ζωή.
Οι σκληροπυρηνικοί εμπόδιζαν όσους σχεδίαζαν να επαναπατρισθούν να στείλουν εμβάσματα –έως και φαρμακευτικά σκευάσματα– για τους οικείους τους στην Αλβανία, με διάφορες παρεμβάσεις στις αρμόδιες υπηρεσίες. Δηλωτικό παράδειγμα ήταν οι Βορειοηπειρώτες οικονομικοί μετανάστες και πολιτικοί φυγάδες στην Αίγυπτο, όπου η αλβανική πρεσβεία είχε υφάνει πυκνό κατασκοπευτικό δίκτυο και ήλεγχε σε μεγάλο βαθμό τη μεταναστευτική κοινότητα εκεί. Κουρασμένοι από την πολυετή μεταναστευτική ζωή και με τη νοσταλγία της παλινόστησης και την έλλειψη της οικογενειακής θαλπωρής, δύο οικονομικοί μετανάστες από τα χωριά των Αγίων Σαράντα, ο Ζ. Ζ. και ο Κώστας Μπίτας, ρευστοποίησαν την περιουσία τους στην Αλεξάνδρεια και ζήτησαν από την εκεί αλβανική πρεσβεία να επαναπατρισθούν. Στη συνέχεια, οι υπενάντιοι στην τάση επαναπατρισμού μετέπεισαν τους επίδοξους επαναπατρισθέντες να ανακαλέσουν την απόφασή τους και να παραμείνουν στην Αίγυπτο. Η πίεση ήταν ασφυκτική, στο σημείο που ο Ζ. Ζ. δεν άντεξε και αυτοκτόνησε, ενώ επήλθε ολική οικονομική καταστροφή και στον Μπίτα. Το ίδιο και ο φυγάς Χ. Χ., ο οποίος ζούσε στην Αθήνα. Ο Γιώργης Παπάς επισκέφθηκε τη γενέτειρά του στα χωριά των Αγίων Σαράντα, αλλά, άμα τη επιστροφή του στην Αίγυπτο, πέθανε. Στην Αίγυπτο είχε εγκατασταθεί ο Ανδρέας Ζώτος (της γνωστής οικογένειας του ιατρού εγνωσμένου κύρους Γιώργου Ζώτου) από τη Δρόβιανη, ο οποίος ήταν ιδιοκτήτης εργοστασίου παραγωγής λικέρ με τεράστιο συσσωρευμένο πλούτο.
Μετά τη διπλωματική ανασύνδεση με την Ελλάδα το 1971, παρατηρήθηκε ισχυρότερη τάση επαναπατρισμού, κυρίως αλβανών φυγάδων από την Ελλάδα, οι οποίοι πίστεψαν σε μια γενναία ειρηνική εποχή στις σχέσεις των δύο χωρών και στην οριστική εκκαθάριση του ενοχικού παρελθόντος. Οι Βορειοηπειρώτες, όμως, αντιμετώπισαν αδιάφορα και με διάχυτη καχυποψία την αποκατάσταση των σχέσεων και δεν επέδειξαν ιδιαίτερη ζέση για επαναπατρισμό.
Το 1979 το αλβανικό Υπουργείο Εξωτερικών κοινοποίησε για μια ακόμα φορά επικαιροποιημένο κατάλογο ανεπιθύμητων αλβανών φυγάδων, στους οποίους παρέμεναν και πάλι καταχωρημένα ονόματα Βορειοηπειρωτών, όπως του Παναγιώτη Ζάχου από το Σελλειό Αργυροκάστρου και του Θωμά Πάντου, επίσης από το Αργυρόκαστρο, οι οποίοι διέμεναν στην Ιταλία. Αλλά πάντα βασικός ανεπιθύμητος καταδεικνυόταν ο Λευτέρης Γκουβέλης, ο οποίος διεύθυνε για πολλά χρόνια τον Βορειοηπειρωτικό Σύλλογο Ιωαννίνων και είχε καταδείξει κάποια εμπλοκή σε μυστική δράση κατά της Αλβανίας.
Η πλειοψηφία των Βορειοηπειρωτών επαναπατρισθέντων κατέληξε όντως στις αλβανικές φυλακές, κατηγορούμενη για ύψιστη προδοσία. Ας δούμε μερικά παραδείγματα.
Ο Αντώνης Φλώρος του Ζήσου από τη Σμίνετση διέφυγε στην Ελλάδα στις 8 Ιανουαρίου 1951. Πεπλανημένος από την αλβανική προπαγάνδα, επέστρεψε επαναπατριζόμενος στις 26 Σεπτεμβρίου 1957. Συνελήφθη μετά από έναν χρόνο και στις 27 Ιανουαρίου 1959 βρέθηκε απαγχονισμένος στα κρατητήρια του Τμήματος Εσωτερικών Υποθέσεων Αργυροκάστρου.
Ο Κώτσος Γκίνης του Σωτήρη, από την Κορυτσά, αξιωματικός της αλβανικής ασφάλειας, διέφυγε στην Ελλάδα στις 30 Μαρτίου 1961· αρχικά περιορίσθηκε, ανακρινόμενος για δέκα μήνες στα Ιωάννινα, στην Αθήνα και στο Λαύριο και στη συνέχεια επαναπατρίσθηκε μέσω της αλβανικής πρεσβείας των Παρισίων, όπου είχε επιλέξει ως χώρα οριστικού ασύλου (οι ΗΠΑ απέρριψαν το αίτημά του για μετεγκατάσταση). Επαναπατρίσθηκε στις 21 Οκτωβρίου 1962, αλλά μία ημέρα αργότερα συνελήφθη (στις 22/10/1962). Διά της απόφασης 38/20-3-1963 του Στρατοδικείου Τιράνων καταδικάσθηκε σε 24 χρόνια κάθειρξης, κατηγορούμενος επί κατασκοπεία, κατά την έννοια του άρθρου 64 του Ποινικού Κώδικα.
Ο Θοδωρής Μάλλιος του Βαγγέλη (οικονομικός μετανάστης), από τη Δερβιτσιάνη, μέλος του ΚΚΕ και ετεροθαλής αδελφός των εθνικοφρόνων Γιάννη και Θωμά Διαμάντη (εκ μητρός), επαναπατρίσθηκε στα τέλη του 1959, αλλά το 1963 φυλακίσθηκε, κατηγορούμενος για προδοσία κατά της πατρίδας. Στις 12 Ιανουαρίου 1989 συνελήφθη εκ νέου, κατηγορούμενος για αντικαθεστωτική προπαγάνδα, και καταδικάσθηκε σε 10 χρόνια φυλάκισης. Και στις δύο περιπτώσεις στάθηκε ακατάβλητος στους απάνθρωπους βασανισμούς της ανάκρισης και στην οδύνη της φυλακής.
Ο Ζήσος Βαγγέλης του Μιχάλη από την Πρεμετή επαναπατρίσθηκε από τη Γαλλία το 1962 και περιορίσθηκε στο χωριό του. Στις 22 Ιουλίου 1968 συνελήφθη, κατηγορούμενος για προδοσία κατά της πατρίδας, και καταδικάσθηκε σε 15 χρόνια φυλάκισης. Απογοητευμένος, ο Βαγγέλης είχε ζητήσει πολιτικό άσυλο στη γαλλική πρεσβεία.
Ο Λευτέρης Μπαλτουβάνης του Σπύρου από τον Λόγγο διέφυγε στην Ελλάδα στις 25 Αυγούστου 1957 και, εξαπατημένος από τον εκμαυλισμό των ευεργετικών αμνηστευτικών διαταγμάτων, επαναπατρίσθηκε το 1962. Το 1963 κλήθηκε για κατάταξη στον στρατό, υπηρετώντας τη θητεία του στον Βορρά της Αλβανίας. Απογοητευμένος, σχεδίασε από κοινού με τον Αλβανό Rexh Ademi να διαφύγουν στην Ελλάδα. Στις 18 Ιουνίου 1963 συνελήφθη και καταδικάσθηκε σε 15 χρόνια κάθειρξης. Στις 20 Οκτωβρίου 1974 βρέθηκε απαγχονισμένος στο στρατόπεδο 321, όπου εξέτιε την ποινή του.
Ο Αλέξης Σουλιώτης του Σπύρου (οικονομικός μετανάστης) από την Πολόσκα της Κορυτσάς επαναπατρίσθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 1972 (είχαν αποκατασταθεί οι διπλωματικές σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας), αλλά αυθημερόν συνελήφθη. Διά της απόφασης της 21ης Ιουνίου 1973 καταδικάσθηκε σε 15 χρόνια φυλάκισης. Και ενώ εξέτισε την ποινή του, καταδικάσθηκε εκ νέου σε 4 χρόνια φυλάκισης με την κατηγορία της εξύβρισης και κατασυκοφάντησης της λαϊκής δικαιοσύνης, λόγω μίας ανώνυμης επιστολής με εχθρικό περιεχόμενο προς το Ανώτατο Δικαστήριο.
Ο Αντώνης Μάρκου του Κώστα από το χωριό Τοπόβε (πολιτικός φυγάς) διέφυγε στην Ελλάδα το 1950. Το 1958 ζήτησε να υπαχθεί στον αμνηστευτικό Νόμο 2566/1957. Του υπεδείχθη ως τόπος κατοικίας το Μπεράτ, αλλά στις 23 Απριλίου 1974 συνελήφθη και καταδικάσθηκε σε 25 χρόνια κάθειρξης από το Στρατοδικείο Μπεράτ, κατηγορούμενος για ύψιστη προδοσία.
Ο Ηλίας Σταύρος του Γιάννη από τη Γριάζδανη διέφυγε στην Ελλάδα τον Δεκέμβριο του 1973· τα πρώτα τρία χρόνια έζησε και εργάστηκε στην Αθήνα. Στη συνέχεια ζήτησε να μετεγκατασταθεί στις ΗΠΑ, όπου είχε αποκατασταθεί ο αδελφός του Θωμάς (είχε διαφύγει στην Ελλάδα το 1966 και από εκεί στις ΗΠΑ). Ο Σταύρος δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί ούτε στις ΗΠΑ και τον Οκτώβριο του 1978 ζήτησε από την αλβανική πρεσβεία της Αθήνας να επαναπατρισθεί, αίτημα το οποίο εγκρίθηκε. Την ίδια ημέρα του επαναπατρισμού, στις 24 Οκτωβρίου 1978, συνελήφθη και, με την απόφαση 26/14-10-1979 του Λαϊκού Δικαστηρίου των Αγίων Σαράντα, καταδικάσθηκε σε 10 χρόνια φυλάκισης για ύψιστη προδοσία, σύμφωνα με το άρθρο 64 του ΠΚ.
Πηγή: Σταύρος Γ. ΝΤΑΓΙΟΣ, Κυνηγώντας χίμαιρες: Αλβανοί φυγάδες στην Ελλάδα (1945-1991). Θεσσαλονίκη: Litaretus 2021.
