Σταύρος Γ. ΝΤΑΓΙΟΣ

Διδάκτωρ Ιστορίας του ΑΠΘ

Η μορφή του Λευτέρη Τάλλιο μετά την κατοχή

Το Συνέδριο της Πρεμετής (Μάιος 1944) έθεσε ταφόπλακα σε όποια ψευδαίσθηση για αλλαγή του εθνικού καθεστώτος της μειονότητας πολλώ δε της αλλαγής του εδαφικού συσχετισμού μεταξύ των δυο χωρών.

Στη συνέχεια, η αλβανική κομμουνιστική προπαγάνδα απάλειψε τελείως και από λεξιλογίου τον όρο της αυτοδιάθεσης της περιοχής της Βορείου Ηπείρου, ο οποίος χαρακτηρίσθηκε αλυτρωτικός και εχθρικός.

Η χρήση εφεξής ενός φενακιστικού λεξιλογίου: «Το Κόμμα και ο σοσιαλισμός είναι η πατρίδα σας» ηχούσε ηλίθιο, είχε δε καταδυναστευτικό χαρακτήρα και προκαλούσε μια αμήχανη συγκατάβαση, αλλά δεν έπειθε· μολαταύτα «ακολουθείτο πιστά από το μειονοτικό λαό». Υποχρέωνε τα πλήθη σε μια διαρκή και βασανιστική προσποίηση. Έτσι η προσποίηση της “ηλιθιότητας” προτάχθηκε ως «εργαλείο» της εθνικής και πολιτικής του επιβίωση –το οποίο μείωνε την ηθική του εξουσία– αλλά ήταν η ύστατη δυνατότητα να διατηρήσει την αυτοτέλειά του, όπως συμβαίνει με τον «ηλίθιο» στρατιώτη Σβέϊκ του τσέχου συγγραφέα Χάσεκ. Αυτό όμως δεν μπορούσε να συνεχιστεί επ’ άπειρον.

Μετά το 1949 οι αλβανικές διωκτικές αρχές αναζητούσαν σε όλους τους Βορειοηπειρώτες τη γενετήσια ενοχή βάσει του δηθέν δωσιλογικού παρελθόντος τους και φορέα του ελληνικού σοβινισμού. Η διαβόητη αναφορά που μνημονεύσαμε παραπάνω μαρτυρεί τη νοσηρή ατμόσφαιρα της παρακολούθησης και της δυσπιστίας. Ακολούθησαν εκατοντάδες φυλακίσεις και εξοντώσεις που φέρουν αναλογικά στην πρώτη θέση την ΕΕΜ για πολιτική και εθνική καταστολή σε εθνική κλίμακα.

Η προπαγάνδα, όμως, χρειαζόταν και ένα σύμβολο από τη μειονότητά για να αποδείξει «τους υγιείς δεσμούς της με τον αλβανικό λαό». Σε τέτοιο σύμβολο αναγόταν πλέον ο νεκρός «ήρωας» Λευτέρης Τάλλιος.

Αλλά, έστω και ως σύμβολο, έστω και ως νεκρό η αυθεντία του έπρεπε να περιοριστεί. Για τον σκοπό αυτό βρέθηκε ένας εύσχημος τρόπος μετριασμού της υστεροφημίας του. Στις αρχές Μαρτίου του 1960 η αλβανική πολιτική αστυνομία (η Σιγκουρίμι) συνέλαβε τον συγγενή εξ αγχιστείας του Ηλία Γκυζέλη, άνδρα της αδελφή του Σοφίας Τάλλιου-Γκυζέλη, κατηγορούμενο για ύψιστη προδοσία. Ο διδάσκαλος Ηλίας Γκυζέλης ήταν συναγωνιστής του Τάλλιου, τον οποίο ακολούθησε έως το Κουρβελέσι (χειμώνας 1940-1941) στην καταδιωκτική εκστρατεία του Ελληνικού Στρατού κατά των Ιταλών. Με την απόφαση 29/29-7-1961 του Στρατοδικείου Αργυρόκαστρου, κατά την έννοια των άρθρων 64, 69, 76, 28, 29, 34, τον καταδίκασε με την εσχάτη των ποινών (είχε οκτώ παιδιά), αφαίρεση των μεταλλίων διάκρισης και του τίτλου του υπολοχαγού εν αποστρατεία, κατάσχεση όλης της κινητής και ακίνητης περιουσίας και στέρηση των πολίτικών του δικαιωμάτων. Κατηγορήθηκε, ως μέλος εγκληματικής σπείρας, ότι διετέλεσε το αδίκημα της προδοσίας κατά της πατρίδας, βοηθώντας τις ένοπλες συμμορίες και άτομα διαρρεύσαντα από το εξωτερικό, ενεργώντας δε αντικαθεστωτική προπαγάνδα κατά της λαϊκής εξουσίας, όπως προέβλεπαν τα άρθρα 64, 69 και 73/1 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο ο Γκυζέλης στρατολογήθηκε ως πράκτορας το 1936 από το Ελληνικό Υποπροξενείο των Αγίων Σαράντα έως το 1938, όταν υπήρξε απόλυτη σύμπνοια με τον κουνιάδο του Λευτέρη Τάλλιο. Το 1946, ενώ ήταν αξιωματικός της αλβανικής ασφάλειας, με τη μεσολάβηση δύο καταδρομέων από το Βούρκο τού ανατέθηκαν συγκεκριμένες πρακτορικές υπηρεσίες: παροχή απόρρητων πληροφορίων και προστασία ατόμων που είχαν στρατολογηθεί από τις ελληνικές υπηρεσίες κατασκοπείας όπως ο Σταύρος Κρατζώτης κ.ά, ενώ το 1950-52, ως υπάλληλος στην Κομματική Επιτροπή Αγίων Σαράντα συνέλεγε πληροφορίες προς διοχέτευση σε ξένες υπηρεσίες κατασκοπίας. Το 1958, ως πρόεδρος του συνεταιρισμού έσπερνε διχόνοια και το 1960 συναντούσε τακτικά καταδρομείς ερχόμενους από την Ελλάδα για την αναδιοργάνωση του δικτύου κατασκοπείας, παρέχοντας υπηρεσίες επ’ αμοιβή. Την 5η Νοεμβρίου 1961 το Ανώτατο Δικαστήριο κατακύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, ενώ με την απόφαση 323/23-9-1961 του Προεδρείου της Λαϊκής Βουλής απορρίφθηκε το αίτημά του για απονομή χάριτος. Την ίδια περίοδο (1960) ο γυναίκα του Ηλία Γκυζέλη και αδελφή του Λευτέρη Τάλλιου Σοφία μαζί με όλη την οικογένειά της εξορίσθηκε στη Φους Κρούγια όπου παρέμεινε έως το 1990. Ο Ηλίας Γκυζέλης εκτελέσθηκε στο Αργυρόκαστρο την 16η Οκτωβρίου 1960. Η υπόθεσή του ελέγχεται εν πολλοίς κατασκευασμένη, κινούμενη ίσως και από ποταπά ελατήρια ανθρώπων της τοπικής κοινωνίας και ανθρώπινη ζήλια. Η καταδίκη και η εκτέλεση του διδασκάλου Ηλία Γκυζέλη και η εξόριση της αδελφής του «ήρωα» Σοφία συνιστούσε μια έμμεση αλλά στοχευμένη πλήξη για να γνωρίζουν οι απόγονοί του τα περιθώρια της έπαρσης. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις εκατοντάδες σελίδες της δικογραφίας του Γκυζέλη δεν αναφέρεται το όνομά του Λευτέρη Τάλλιου, αλλά πάντα υπονοείται.

Κατά τρόπο υποκριτικό, η εφημερίδα «Λαϊκό Βήμα» την 20η Μαρίου 1964 σε προκλητικό δημοσίευμα ανάφερε ότι ο λαϊκός αγωνιστής Λευτέρης Τάλλιος σκοτώθηκε από εχθρικό βόλι ενώ το χωριό του μετονομάστηκε σε «Λευτέρης Τάλλιος», καθώς ανταποκρίθηκε από τους πρώτους στο εγερτήριο σάλπισμα για τα «υψηλά πανανθρώπινα κομμουνιστικά ιδανικά».

Την 29η Μαρίου 1969 η εφημερίδα «Zëri i popullit» ανέφερε ότι «η ζωή του Λευτέρη Τάλλιου είναι ζωή ενός θαρραλέου κομουνιστή και επαναστάτη. Υπήρξε άξιος προπαγανδιστής της κομματικής γραμμής, άνθρωπος τίμιος και έμπιστος, αγαπητός με τον λαό και αμείλικτος με τους εχθρούς. Ο Λευτέρης, ως φλογερός κομμουνιστής, εφαρμόζοντας τις κομματικές επιταγές, συνέδραμε ειδικά στην αφύπνιση του λαού του Βούρκου στον Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα του αλβανικού λαού και την εξάρθρωση της σοβινιστικής ελληνικής αντίδρασης στην περιοχή. Παρέμενε έως το τέλος άξιο μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Αλβανίας.»

Την 24η Νοεμβρίου 1969 τού απονεμήθηκε ο τίτλος του «Ήρωα του Λαού», ο οποίος αποτελεί την ύψιστη αλβανική διάκριση για ανδρεία και πολεμική αξία ως άσπονδου πολέμιου, μεταξύ άλλων, του ελληνικού σοβινισμού.

Το 1970 το βιογραφικό βιβλίο του συναγωνιστή του Σπύρου Τζια «Λευτέρης Τάλιος» αποτελούσε μια ελεγχόμενη μονογραφία (εξ ολοκλήρου fiction ανάγνωσμα) με ικμάδα φαντασιώσεων και περισσή προπαγάνδα, παρά τον ασφυκτικό ιδεολογικό εξαναγκασμό και τους πολιτικούς περιορισμούς της εποχής, αλλά με ισχνή αποδεικτική βάση και εμφανή ιδεολογική υποκρισία. Το βιογραφικό πόνημα είναι ένας επιλεκτικός υμνητικός λόγος που σχέση έχει περισσότερο με την αφυδατωμένη από τα ιστορικά στοιχεία προπαγάνδα και λιγότερο με την αυθεντία της αντικειμενικής μαρτυρίας έστω και σε μορφή της υβριδικότητας της βιογραφίας ως λογοτεχνικού είδους που συνδυάζει στοιχεία πραγματικότητας και μυθοπλασίας. Τα αδιαμφισβήτητα στενά ιδεολογικά περιθώρια δεν δικαιολογούν τις εκκωφαντικές παραλείψεις (τον συγχρωτισμό του με τους αδελφούς ελληνες εκπροσώπους του ΕΑΜ, ο οποίος αποσιωπάται).

Την 4η Νοεμβρίου 1970 η περιφερειακή κομματική ηγεσία των Αγίων Σαράντα πρότεινε στην Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας την έγερση προτομής του Λευτέρη Τάλλιου στη γενέτειρά του. Η προτομή απεικονίζει μια εξιδανικευμένη μορφή ήρωα, που μαρτύρησε για την ελευθερία, -όπως οι περισσότερες προτομές σε όλη την Ευρώπη μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο-, άρα ενός ανθρώπου που δεν πέθανε μάταια. «Η Γερμανία πρέπει να ζήσει έστω και εάν πεθάνουμε εμείς», αναγράφεται σε παρόμοιες προτομές ή επιτύμβιες στήλες στη Γερμανία. Μόνον μερικά μνημεία αποτολμούν να υπαινιχθούν ότι «Η θυσία του μάρτυρα υπήρξε μάταιη», η οποία στην προκείμενη θα αποτελούσε την κατάλληλη επιτύμβια επιγραφή στον «πεσόντα» Λευτέρη Τάλλιο. Στις περιπτώσεις των μειονοτήτων και εν προκειμένω της βορειοηπειρωτικής μειονότητας τα πράγματα είναι περισσότερο περίπλοκα από ό,τι φαίνεται καθώς ο επισκέπτης ενώπιο της επιγραφής «Μαρτύρησε για την πατρίδα» θα αναρωτηθεί: για ποια πατρίδα; Το 1988 ο παλαίμαχος Αλέξης Γιάνναρης επισκέφτηκε τα Τίρανα προσκεκλημένος της Επιτροπής Παλαίμαχων της Αλβανίας. Οι γνωστοί συναγωνιστές του της κατοχής παραπονέθηκαν γιατί στη μονογραφία του ανέφερε μόνον τον Τάλλιο και αποσιώπησε όλους τους υπολοίπους συντρόφους «των κοινών ιδανικών», αλλά αυτός βρήκε δικαιολογία: δεν ήθελε να ταράξει τα νερά, που σημαίνει ότι δεν γνώριζε ποιοι από αυτούς είχαν καταλήξει στις κόλπους του ταξικού εχθρού και ποιοι όχι. Ο μόνος σίγουρος ήταν ο νεκρός Λευτέρης Τάλλιος.

Επιλογικά συμπεράσματα

Ο Λευτέρης Τάλλιος με τον αντιφατικό συνδυασμό στοιχείων της παράφορης ιδιοσυγκρασίας του συνιστά μια σύνθετη και δύσκολη περίπτωση ιστορικής εξερεύνησης και ακαδημαϊκής προσοχής, όχι μόνον λόγω της περιπλοκότητας της προσωπικότητάς του αλλά και της επισώρευσης αληθειών, αναληθειών και μύθων όλων αυτών των χρόνων γύρω από τη φυσιογνωμία του, η αποδόμηση των οποίων δεν είναι εύκολη πραγματολογική προσπάθεια, πολλώ δε όταν δεν διαθέτουμε επαρκές πρωτογενές υποστηρικτικό αρχειακό υλικό.

Ο ίδιος ο Τάλλιος σημαδεύτηκε από έντονες παραδοξότητες, καταγράφοντας για τον λόγο αυτό αμφιθυμική κοινωνική αποδοχή, έως και αμηχανία και εχθρότητα. Δεν έγινε ποτέ απόλυτα αποδεκτός από το σύνολο του βορειοηπειρωτικού κόσμου, αγαπήθηκε, μα και μισήθηκε θανάσιμα. Ο Λευτέρης Τάλλιος, χωρίς να έχει αποκτήσει ακόμη ηγετική θέση –δεν την απέκτησε, άλλωστε, ποτέ– φανάτιζε τα πλήθη με τη ρητορική του βιαιότητα, αλλά ενίοτε προκαλούσε πάθη. Τα έγραφα που έχουμε στη διάθεσή μας μάς αποδεικνύουν ότι είχε επιλέξει την απολυταρχική επιβολή και τον δεσποτικό τρόπο επικράτησης των πιστεύω του, πολλές φορές με άλογη έπαρση, αλλά ποτέ με συνδιαλλαγή και σύνεση.

Χαρακτηρίσθηκε από μέτρια διανοητική αντίληψη και πνευματική επάρκεια, αλλά υπήρξε προικισμένος με πολλά άλλα ηθικά χαρίσματα, πρωτίστως με αγωνιστικό θάρρος –θα πρέπει να θεωρηθεί εύστοχο το αγωνιστικό του προσωνύμιο «Μουζίκ», (=άξεστος χωρικός, κατά την σοβιετική βιβλιογραφία). Ο Λευτέρης Τάλλιος δεν ελέγχεται ως φανατισμένος κομμουνιστής και από ό,τι φαίνεται η ιδεολογική του σοφία δεν του προσέφερε ηθικούς κανόνες ζωής –ο ίδιος έλεγε ότι είναι επαναστάτης και όχι κομμουνιστής.

Ο Λευτέρης Τάλλιος διείδε ως μέσο περίσωσης του βορειοηπειρωτικού ελληνισμού την αλβανική ΕΑΜ-ική ορμή, και το δόγμα της ένωσης συναδέλφωσης με τον αλβανικό λαό δεδομένων των ρευστών συνθηκών, της αβεβαιότητας και ιδίως της στενής αλληλέγγυης συνεργασίας των δύο κομουνιστικών κομμάτων, υπό την ομπρέλα της Σοβιετικής Ένωσης, η οποία αποτελούσε τότε την πατρίδα όλων των υπόδουλων λαών, δόγμα που πρέσβευε με ιδιαίτερη μοχθηρία, δόλο και πανουργία η Μόσχα και που οι άλλοι λαοί αντιμετώπιζαν με πολιτική μυωπία χωρίς να κατανοήσουν τα μακροπρόθεσμα σχέδιά της. Και αυτή ήταν μια συνειδητή επιλογή. Το δόγμα αυτό αντέκειτο στην αντίληψη της αυτοδιάθεσης των λαών (έως και της απόσχισης) την οποία υιοθετούσαν οι εθνικόφρονες. Ο προσανατολισμός δεν ήταν εύκολος ενώπιον των διακυβευμάτων της εποχής. Εκ των υστέρων –εκ των υστέρων όμως!–αυτός ο προσανατολισμός και η πολιτική διορατικότητα του Λευτέρη Τάλλιου απεδείχθησαν απόλυτα λανθασμένος.

Παρότι η ιστορία δεν είναι πεδίο υποθετικών θεωρήσεων, εάν ζούσε ο Λευτέρης Τάλλιος θα είχε την τύχη των συνοδοιπόρων του, του Αριστοτέλη Χαρμπάτση και του Ηλία Γκυζέλη, αφού ως μετέχοντες στην «προδοσία» της Κονίσπολης μερίζονταν την ίδια ευθύνη και την ίδια «ενοχή».

Ο Λευτέρης Τάλλιος στην ιστορία καταγράφεται με συχνές ευέξαπτες στιχομυθίες στις συχνές του συγκρούσεις και αντεγκλήσεις με τους πατριώτες του και τις ωσμώσεις με τον λαό, αφού υπερείχε το αγωνιστικό πνεύμα και όχι η πνευματική αυτοπεποίθηση και πειθώ.

Δεν διαθέτουμε αρχειακά δείγματα για τη διαδραστική συνύπαρξη με τους αλβανούς συναγωνιστές του, εάν ήταν δηλαδή το ίδιο ασεβής ή είχε την ίδια ευαισθησία. Αποδέχθηκε αδιαμαρτύρητα την υποτιμητική θέση του υποχείριου (κομπάρσου) ή επέδειξε ανταρσία; Δεν είμαστε σίγουροι για τις επιλογές του. Σίγουρα τα μύχια εθνικά του αισθήματα δεν συνάδουν με την πολιτική του θέση και ούτε με τις υποδείξεις των Αλβανών. Αυτή ήταν η τραγωδία του και το εσωτερικό διαβρωτικό πολιτικό δίλλημά του.

Εμφάνιζε μια αποκρουστική αντιπάθεια για κάθε πρωτοβουλία συναινετικής πολιτικής με τους αντιπάλους του, ενώ με τον οξύνουν, πολυπράγμονα και ακατάβλητο μαχητή Θύμιο Λώλη βρισκόταν σε ανοιχτή πολεμική σύγκρουση.

Η γνωστή εφημερίδα «Ηπειρωτικό Μέλλον», κατά τρόπο απρόσμενο για την ιδεολογική της κατεύθυνση και την αδιάλλακτη εθνικοφροσύνη, προς τα τέλη του 1970, σε αφιέρωμά για την Λευτέρη Τάλλιο αποτιμούσε σχεδόν ευεργετική τη συνδρομή του, αλλά υπαινισσόταν ότι ο θάνατός του ήταν καθαρή δολοφονία των αλβανών όμαιμών του. Στοιχεία, όμως, αποδείξεων δεν διέθετε.

 Ο Λευτέρης Τάλλιος ήταν ένας ρομαντικός και κατά βάθος αφελής πατριώτης. Η ρομαντικότητα τον καθιστούσε συγκρουσιακό, παρορμητικό και βίαιο με τους αντιπάλους του, ενώ η αφέλειά του αυτοκαταστροφικό. Η δράση του απόπνεε «αδυσώπητη ριζοσπαστικότητα», αυταρχισμό και ρηξικέλευθη επιβολή. Διασώθηκαν αρκετές επιστολές του (με αγωνιστικό-επιχειρησιακό περιεχόμενο και χωρίς ιδιαίτερη αρχειακή σπουδαιότητα), οι οποίες είναι ασυγκρότητες, νευρωτικές, που αποδεικνύουν, με τον ένα ή τον άλλον τρόπο, την εσωτερική του σύγχυση. Δεν ήμαστε, όμως, σίγουροι για την γνησιότητά τους, όπως και για το περιβόητο ημερολόγιο του (1936-1941) το οποίο επικαλούνται πολλοί, αλλά κανείς δεν το παρουσιάζει ως αυτοτελές, αδιάσειστο (και γνήσιο) στοιχείο της ιδιοσυστασίας του.

Τέλος, ο Λευτέρης Τάλλιος και οι συναγωνιστές του δεν μπόρεσαν να κατανοήσουν ότι η υπερίσχυση της κομμουνιστικής ορθοφροσύνης επιβουλευόταν την ιστορική συνέχεια του βορειοηπειρωτικού ελληνισμού και νόθευε τον εθνικό φρονηματισμό του, ενώ υπέκρυπτε δόλιες διαθέσεις για το εθνικό μέλλον του. Από την άλλη, η ακατέργαστη και μισαλλόδοξη εθνικοφροσύνη των αντιπάλων του βοηθούσε στην εμβάθυνση του εθνικού ρήγματος που τόσο επιδίωκαν οι αλβανοί κομμουνιστές. Σύμφωνα με τη δική του αντίληψη απέδειξε το δικό του πρότυπο ηρωικής τελειότητας ενώ οι ακολουθούντες του τον δόξασαν ως ήρωα που αγαπά πάντα κάτι παραπάνω από τη ζωή του: Η επιλογή ανάμεσα στη ζωή χωρίς δόξα και στον ένδοξο θάνατο είναι η διαχωριστική γραμμή μεταξύ του ήρωα και κοινού θνητού και, ως γνωστόν, χωρίς αυτό το αφήγημα που τον δοξάζει, ο ήρωας δεν είναι ποτέ ήρωας. Πρώτος τον εξύμνησε με διακριτή υπερβολή ο συνάδελφός του Βαγγέλη Βασιλείου, διδάσκαλος από το Καλτσάτι, με το γνωστό άσμα το οποίο κατέστη κοινή πνευματική κτήση όλου του Βούρκου «Παιδιά του Βούρκου λεβεντιές». Και αυτός, όμως, συνελήφθη την 12η Αυγούστου 1946 και διά της απόφασης 89/27-3-1947 καταδικάσθηκε σε τριετή κάθειρξη και σιδηροδέσμιος οδηγήθηκε στη φυλακή ως φιλέλληνας. Αργότερα ακολούθησαν και άλλα, όπως το ελεγειακό ποίημα του Γιάννη Πάνου κ.λπ.

Απέδειξε όντως ηρωική υπεροχή με τον θάνατό του ο Λευτέρης Τάλλιος; Δύσκολα θα απαντούσαμε καταφατικά με απόλυτή βεβαιότητα.

Ο θορυβώδης χαρακτήρας του (θεωρούμενος ως ηρωική ανωτερότητα) ίσως κάλυπτε την πνευματική στειρότητα και την τυφλή υπακοή που του επιβαλλόταν συνειδητά από τους όμαιμους συναγωνιστές του αλβανούς.

Τέλος, η προσωπική ιστορία του Λευτέρη Τάλλιου αποδεικνύει συμπυκνωμένα ότι τα τρία σημεία της σύγχρονης ιστορίας (1914, 1916 και 1940) του βορειοηπειρωτικού ελληνισμού συγκρότησαν μια αντίληψη στους ίδιους τους Βορειοηπειρώτες, η οποία βασίζεται στη βαθιά δυσπιστία τους γενικότερα απέναντι στην ιστορία.

Ορολογική διευκρίνιση: Στο πόνημα γίνεται χρήση, κατά περίσταση, ο όρος Εθνική Ελληνική Μειονότητα (ΕΕΜ) όταν αναφέρονται τεκμήρια της αριστερής αντίληψης για την ακριβή απόδοση του πνεύματος και του περιεχόμενου τους, και Βόρειο Ήπειρος με τα παράγωγά του στα αντίστοιχα έγγραφα της εθνικόφρων πτέρυγας, για τον ίδιο λόγο.

Τ Ε Λ Ο Σ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.