Σταύρος Γ. ΝΤΑΓΙΟΣ

Διδάκτωρ Ιστορίας του ΑΠΘ

Οι κομμουνιστές της μειονότητας υποχείρια της αλβανικής κομμουνιστικής ηγεσίας

Οι αυτονομιστικές ροπές μεγάλου μέρους του βορειοηπειρωτικού πληθυσμού, αλλά και μεμονωμένων βορειοηπειρωτών κομμουνιστών, έστω και ως εκπεφρασμένη βούληση, προκάλεσε, αμέσως μετά την ματαίωση της συμφωνίας της Κονίσπολης, την οργή των Αλβανών, οι οποίοι εγκάλεσαν τους ταγούς της μειονότητας για ανοχή στο πνεύμα του ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού και μέθεξη με τις ελληνικές σοβινιστικές επιδιώξεις, παραβιάζοντας τους όρους των συμφωνιών για αγαστή συνεργασία μεταξύ των δύο κινημάτων. Ο σπόρος της καχυποψίας είχε ήδη εμφωλευθεί στην ύψιστη ηγεσία του ΚΚΑ για το «ποιες ήταν οι πραγματικές διαθέσεις του συνόλου των βορειοηπειρωτών κομμουνιστών».

Συνεπώς, η κλιμάκωση της όποιας αντιστασιακής δράσης –τον Ιανουάριο του 1944 είχε συμπτυχθεί ο πρώτος κομμουνιστικός πυρήνας στην Πέπελη της Άνω Δρόπολης με πρωταγωνιστές δροπολίτες κομμουνιστές– επιζητούσε και τον τρόπο διαχείρισης από τους αλβανούς κομμουνιστές, ο οποίος, κάθε μέρα και περισσότερο, προσιδίαζε σε μακιαβελιστικούς σχεδιασμούς, σε ανοιχτή ή υποκαίουσα επιβουλή, αλλά σε καμιά περίπτωση σε αλληλέγγυη και κομουνιστική πίστη. Όλοι οι Βορειοηπειρώτες θεωρούντο εν δυνάμει εχθροί, εμφορούμενοι από σοβινιστικό φρόνημα και φορείς του ελληνικού αλυτρωτισμού· μεμονωμένες προβεβλημένες προσωπικότητες (οι οποίες αργότερα άγγιξαν και το κατώφλι της αλβανικής πρωθυπουργίας) ο ίδιος Χότζα πίστευε ότι ήταν καθάρματα, ποταποί και πρόστυχοι!

Τότε, και ενώ το θέμα της αυτοδιάθεσης υποκινείτο σε μορφή φημών –αλλά έστω και έτσι– η κομματική περιφερειακή ηγεσία Αργυρόκαστρου σχεδίασε τρόπους αποκλεισμού των ταγών κομμουνιστών από τη Δρόπολη και το Βούρκο από τα κέντρα λήψης αποφάσεων, ή τουλάχιστον περιορισμούς και αναχαίτιση των πρωτοβουλιών τους.

Την ίδια περίοδο, για λόγους που παραμένουν άγνωστοι και χωρίς να γνωρίζουμε τους υποκινούντες μιας περίεργης πρωτοβουλίας, μια διακήρυξη του κλιμακίου Αργυροκάστρου (Νοέμβριο 1943?) ανακοίνωνε ότι ο λαός της μειονότητας έχαιρε του δικαιώματος αυτοδιάθεσης έως και απόσχισης από την Αλβανία, μετά τον πόλεμο. Το χρονικό σημείο είναι κομβικό.

Η εξέλιξη αυτή συνέλαβε εξ απήνης το κομματικό περιφερειακό κλιμάκιο Αργυροκάστρου, το οποίο εμφανίσθηκε αμήχανο για το εάν πρέπει ή δεν πρέπει οι κομμουνιστές από τη Δρόπολη να ενταχθούν στην περιφερειακή κομματική οργάνωση του Αργυρόκαστρου. Είναι το πρώτο δείγμα δυσπιστίας των αλβανών κομμουνιστών εις βάρος των όμαιμων Βορειοηπειρωτών. Η πρώτη που εξέφρασε επιφυλάξεις και δυσπιστία εις βάρος των ελλήνων μειονοτικών κομμουνιστών υπήρξε η Βίτο Κόντι (Vito Kondi) η μελλοντική σύζυγος του Χυσνί Κάπο (Hysni Kapo), ο ρόλος του οποίου στη διαχείριση των μειονοτικών υποθέσεων παραμένει αμφιλεγόμενος. Διακινείτο τεχνηέντως και σταθερά η φήμη ότι όλοι «εσείς οι μειονοτικοί κομμουνιστές είστε σωβινιστές». Η κηλίδα του σοβινιστή κομμουνιστή κατέτρεξε όλους, εκόντες άκοντες, τους Βορειοηπειρώτες στη μελλοντική τους δύσκολη συνύπαρξη με το αλβανικό κομμουνιστικό κατεστημένο. Ο Πάντι Χρήστου (Pandi Kristo), αναπληρωτής πολιτικός επίτροπος του Αρχηγείου της Α΄ Επιχειρησιακής Ζώνης Αυλώνας Αργυρόκαστρου παρήγγειλε ρητά τον Μίστο Μπλάτσι (Misto Bllaci) –γνωστό και ως μαύρο συνταγματάρχη– αναπληρωτή πολιτικό επίτροπο του Δ’ Συγκροτήματος να παρακολουθεί στενά και να αναστέλλει κάθε πρωτοβουλία προαγωγής των ελλήνων μειονοτικών επί των οποίων, σε περίπτωση εκδήλωσης απείθειας, να εφαρμόζονται σκληρά πειθαρχική μέτρα έως και να θανατώνονται επί τόπου. Επίσης ο Αμντύλ Κελλέζι (Abdyl Këllezi) πολιτικός επίτροπος της Α’ Επιχειρησιακή Ζώνης Αυλώνας Αργυροκάστρου διεμήνυσε αυστηρά σε μειονοτικό όμαιμο τον Ιούνιο του 1944 ότι «όλοι εσείς έπρεπε να περάσατε από το στρατιωτικό απόσπασμα» και ζητούσε λεπτομερείς πληροφορίες για τους συντάκτες των επιστολών του κομμουνιστικού πυρήνα της Δρόπολης προς το περιφερειακό κλιμάκιο Αργυρόκαστρου διά των οποίων αιτούντο συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων και απαντήσεις για το εθνικό μέλλον της περιοχής. Στα αιτήματά τους δεν δόθηκαν ποτέ απαντήσεις. Ο Μπαϊράμ Σινοϊμέρι (Bajram Sinojmeri) την ίδια περίοδο απείλησε τον Γιώργο Κώτσα ότι σε περίπτωση που οι κομμουνιστές της Δρόπολης δεν θα πειθαρχήσουν στις εντολές της κομματικής ηγεσίας, θα εκτελούντο επί τόπου. Τον Απρίλιο του 1944 στην ευρεία συνεδρίαση της Νίβανης ο Κότσι Τζότζε (Koci Xoxe) αρνήθηκε να δεχτεί τους Δροπολίτες κομμουνιστές, παρά μόνο κατά τα τέλος της συνεδρίασης. Την ίδια περίοδο (Μάιο 1944) ο Μιχάλ Μπίσα (Mihal Bisha) μαζί με δροπολίτη παράγοντα κομμουνιστή υιοθετούσαν προκλητικά τη θέση ότι τα εδάφη στα οποία κατοικούν «έλληνες μειονοτικοί» είναι γης αλβανική, οι πληθυσμοί αυτοί, θεωρούνται ξένοι, και η μόνη λύση είναι εκρίζωσή τους (“shpërngulje”) από την περιοχή. Για πρώτη φορά ευθαρσώς και χωρίς υπεκφυγές αρθρώθηκε η άποψη ότι οι Βορειοηπειρώτες δεν είναι αυτόχθονες και πρέπει να εκδιωχθούν από τα πατρώα εδάφη τους.

Την ίδια περίοδο άρχισε η μετάκληση των πιο προβεβλημένων μειονοτικών τιτλούχων από τον φυσιολογικό τους χώρο προς την αλβανική ενδοχώρα, με την πρόφαση ότι ήταν αρχειομαρξιστές, σοβινιστές αλλά με εμφανή στόχο την αποκοπή τους από τον κόσμο και διάβρωση της κοινωνικής συνοχής.

Αποδέκτης αυτών των κατηγοριών έγινε και ο ίδιος ο Γιάνναρης, στον οποίο στο Λόγγο ο Κώτσο Τάσκο (Koço Tashko) χαρακτήρισε χωρίς περιστροφές τους μειονοτικούς κομμουνιστές ως σοβινιστές, αφήνοντας εμβρόντητο τον έλληνα έμπειρο κομμουνιστή και φορέα των διεθνιστικών ιδανικών.

Εν όψει αυτής της εκβιαστικής πολιτικής και των απειλών των αλβανών κομμουνιστών εις βάρος των όμαιμων τους, από τις αρχές του 1944, με σκοπό την υποταγή και την τυράννευσή τους, δυστυχώς, οι βορειοηπειρώτες κομμουνιστές δεν διείδαν τον επερχόμενο έρποντα, εθνικιστικό κίνδυνο, εθελοτυφλούσαν, φοβούμενοι να τον αντικρύσουν. Η εθνικιστική, αλαζονική και φυλετική στάση των Αλβανών θα μπορούσε να αποτελέσει κοινό τόπο στην αντίδραση των κομμουνιστών της Δρόπολης και του Βούρκου και πόλο συσπείρωσης με το στρατόπεδο των εθνικοφρόνων. Δεν συνέβη όμως. Συνεπώς, από τα τέλη του 1943, η αλαζονική και υπεροπτική πολιτική συμπεριφορά των Αλβανών καταδείκνυε πολιτικό εξοστρακισμό των μειονοτικών κομμουνιστών, απαξίωση και υποβάθμιση του ρόλου τους, αλλά, κυρίως καχυποψία, αίσθημα πανούργο, χειρότερο από την εχθρότητα. Οι μειονοτικοί κομμουνιστές αποδέχθηκαν αδιαμαρτύρητα και αμήχανα το ρόλο του κομπάρσου. Κι έτσι το θέμα του εθνικού μέλλοντος της περιοχής κατέστη ταμπού. Η «πρόσκαιρη» αναστολή των πολιτικών (για χάριν της λύτρωσης) πρωτοβουλιών για την επίλυση του εθνικού ζητήματος από τον καιρό της αντίστασης που πρεσβεύαν επίμονα οι Αλβανοί σήμαινε απλά εγκατάλειψη. Το γεγονός ότι οι μειονοτικοί κομμουνιστές το γνώριζαν αυτό –προειδοποιούμενοι επανειλημμένως από την ηγεσία τους υπό το καθεστώς των εκβιαστικών έστω ενεργειών των όμαιμων Αλβανών– καθιστά τη συμπεριφορά τους κερδοσκοπική, τα επιχειρήματά τους έωλα, και τα συμφέροντά τους ιδιοτελή.

Στην περιβόητη 14-σέλιδη υπομνηματική επιστολή της 10ης Νοεμβρίου 1949 των κυριότερων κομμουνιστών ταγών της μειονότητας προς τον ίδιο τον Ενβέρ Χότζα, η οποία διακατέχεται από αδικαιολόγητο απολογητικό ύφος αλλά και ενίοτε καταγγελτικό προς τους συναγωνιστές τους Αλβανούς και μειονοτικούς, αφού είχε λήξει ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος και είχε καταδικασθεί ο Κότσι Τζότζε, παρείχαν στον Χότζα μια πανοραμική εικόνα της μειονότητας κατά την κατοχή έως το 1949, υποσχόμενοι, «ως κομουνιστές να δώσουν στο κόμμα όλα τα στοιχεία»: λάθη και εκτιμήσεις για τους συντρόφους συναγωνιστές, όπου διαφαίνεται (κυρίως με αρνητικό πρόσημο και διάχυτη την τοξικότητα της εποχής), κατά βάση η φοβία και η υποτέλεια ενώπιον των ωμών εκβιασμών της αλβανικής κομμουνιστικής ηγεσίας και, ορκιζόμενοι ότι ήταν γνήσιοι κομμουνιστές, έθεταν εαυτόν ενώπιον των εισαγγελικών αρχών προς διερεύνηση του παρελθόντος τους για να αποσείσουν κάθε ενοχή και να αποπλύνουν κάθε ρετσινιά σοβινιστή ή αρχειομαρξιστή. Οι γράφοντες εγκαλούν τη ριζωμένη σοβινιστική πολιτική της Ελλάδας, η οποία εποφθαλμιά τη Νότια Αλβανία και τον ακρωτηριασμό της. Σύμφωνα με τους επιστολογράφους, η έλευση του Ελληνικού Στρατού το χειμώνα 1940-1941 αναπτέρωσε τις όποιες ελπίδες για εθνική λύτρωση και συγχρόνως καλλιέργησε έναν έντονο αντισοβιετισμό καθ’ όλη την περίοδο της κατοχής. Το υπόμνημα συνιστά ένα απροσδόκητο κατηγορητήριο κατά των οικονομικών βορειοηπειρωτών μεταναστών και, κυρίως, κατά των διανοουμένων και δηλωτικό ανάθεμα για «την αναπτυγμένη αστική μειονοτική τάξη». Το γυμνάσιο της Βοστίνας αναφέρεται ως εκκολαπτήριο αντιδραστικών και αρχειομαρξιστών όλης της Ηπείρου, το οποίο παρήγαγε ορκισμένους εχθρούς της Αλβανίας. Στην αναφορά υπάρχουν σημειώσεις του ίδιου του Χότζα με το γνωστό μπλε και κόκκινο μολύβι, ο οποίος ζητούσε λεπτομέρειες κυρίως για την εχθρική δράση των πρωταγωνιστών και τα ονόματά τους. Εννοείται ότι η αναφορά αυτή δεν αποτελούσε μόνον ένα έμμεσο κατηγορητήριο για τους ίδιους τους πρωτεργάτες του αλβανικού και μειονοτικού αντιστασιακού κινήματος, αλλά και για τους ίδιους τους συντάκτες της αναφοράς, όπως απεδείχθη εκ των υστέρων. Κατά τα λοιπά, στην επιστολή υποβαθμίζεται ο ρόλος του Λευτέρη Τάλλιου, η μετάθεση του οποίου στην αλβανική ενδοχώρα χαρακτηρίζεται σοβαρή διολίσθηση, λόγω του κύρους του στην γενέτειρά του.

Η μοιραία μετάκληση και το τέλους του Λευτέρη Τάλλιου

Πράγματι, η μετάκληση ενός ανθρώπου με τεράστια κοινωνική αποδοχή, όπως ήταν ο Λευτέρης Τάλλιος, εγείρε ερωτηματικά από τότε για τα κίνητρά της.

Την εποχή που αναδυόταν ως όραμα το ελπιδοφόρο δόγμα της αυτοδιάθεσης, ο Λευτέρης Τάλλιος δεν φαίνεται να έχει άμεση εμπλοκή στις ωσμώσεις, όπως δεν είχαν και πολλοί άλλοι συναγωνιστές του κάτω από την εκβιαστική επιτήρηση των αλβανών κομμουνιστών. Ο φέρελπις και παρορμητικός Τάλλιος, λοιπόν, δεν βρήκε δύναμη αντίστασης ενώπιο του υποκαίοντος φονικού μίσους των Αλβανών, οι οποίοι αντιμετώπιζαν ως υποχείρια τους μειονοτικούς συναγωνιστές και φίμωναν τη φωνή τους, την όποια φωνή. Η ανάρμοστη υποχώρηση και αήθη υπεκφυγή ενώπιο του κεφαλαιώδους αυτού διλλήματος δήλωνε δειλία και υποταγή, τουλάχιστον κατά το πρώιμο διάστημα της κατοχής όταν ακόμα υπήρχαν περιθώρια αντίδρασης.

Εφεξής ο Τάλλιος επιδεικνύει μια επαμφοτερίζουσα και αντιφατική συμπεριφορά, η οποία αντιβαίνει τον πρότερό του βίο, δεν δικαιολογείται και ούτε μπορεί να ερμηνευτεί με ακρίβεια με τα ιστορικά διαθέσιμα. Η επιρροή του κλιμακίου του Γιάνναρη και ο ιδεολογικός του καθορισμός ενδέχεται να είναι ένας λόγος της μεταστροφής της στάσης του, αλλά από μόνο του αυτό δεν πείθει. Ίσως, φοβούμενος το αγωνιστικό του παρελθόν, τη συνεργασία με τον Ελληνικό Στρατό (1940-1941) και την εμπλοκή του στην Κονίσπολη, να πίστευε ότι έτσι μπορούσε να αποπλύνει «την ενοχή» του και να διασφαλίσει την πολιτική και βιολογική του επιβίωση. Η συμμετοχή του Τάλλιου έστω και ως περιφερειακού παράγοντα στο θνησιγενές Αρχηγείο της Κονίσπολης είχε απλώσει τη σκιά της δυσπιστίας και κρεμόταν ως Δαμόκλεια Σπάθα επί της κεφαλής του.

Το «μη χείρον βέλτιστο» που εφαρμόσθηκε εν προκειμένου από το σύνολο των μειονοτικών κομμουνιστών –συμπεριλαμβανομένου και του Τάλλιου– αποσκοπούμε υποχρεωτικά στη βιολογική και πολιτική τους επιβίωση, αλλά εις βάρος της εθνικής ιδέας. Η υποχωρητική τους συμπεριφορά ενείχε φόβο, αφέλεια, καιροσκοπισμό, ίσως και δόλο, καθόσον δεν υπήρχε αντιδιαστολή του «μη χείρον» και του «βέλτιστου», υπήρχε μόνον το «χείριστο».

Το φθινόπωρο του 1943 –μετά την συνθηκολόγηση της Ιταλίας– ο Τάλλιος, μετακληθείς πριν 3-4 μήνες από το περιφερειακό κομματικό κλιμάκιο Αργυρόκαστρου, οργάνωσε την συνωμοτική μετάβαση των δραπετών ελλήνων κομμουνιστών από τις φυλακές της Κέρκυρας προς την αλβανική ενδοχώρα με ένα παράτολμο και επικίνδυνο ελιγμό με πρόχειρα πλοιάρια μέσω των Στενών της Κέρκυρας. Στη συνέχεια, επέστρεψε ξανά στο τάγμα «Θωμά Λιούλια». Την ίδια περίοδο, ως ελάχιστη συνδρομή προς τους συμπατριώτες του, ο Τάλλιος επενέβη πολλές φορές για την αποφυλάκιση χωρικών κατηγορούμενων για διάφορα πολιτικά «αδικήματα». Τεκμαίρεται σχεδόν με βεβαιότητα ότι η συχνή επέμβαση για την αποσόβηση των εκτελέσεων από λαϊκά δικαστήρια αμφιβόλου κύρους των εθνικοφρόνων προκαλούσαν την αναδυόμενη εθνικιστική έξαρση των αλβανών ταγών και υπήρξε με βεβαιότητα ένας από τους λόγους της μετάκλησής τους στην αλβανική ενδοχώρα.

Η μετάκλησή του, λοιπόν, δεν ήταν καθόλου ανόητη, μα απόλυτα προμελετημένη και μάλιστα με πανουργία. Αυτός ο «ασύμφορος σύμμαχος» ίσως κρίθηκε ότι έπρεπε να βγει από τη μέση, έστω και με τη μορφή του ήρωα, διότι ο νεκρός, είτε ήρωας είτε προδότης, θα ήταν πλέον αμέτοχος στα σχέδιά τους. Δεν έχουμε αποδείξεις να στηρίξουμε την άποψη αυτή, αλλά έχουμε όλες τις ενδείξεις να μην την αποκλείσουμε.

Την 18η Ιανουαρίου 1944 λοιπόν, τελείως απροσδόκητα, ο Τάλλιος διατάχθηκε να μετακληθεί στην υπό ίδρυση 6η Ταξιαρχία Κρούσης στην Πρεμετή, όπου εντάχθηκε το τάγμα «Θωμά Λιούλιο» ως ένας εύσχημος τρόπος να απαλλαχθούνε από την ενοχλητική του παρουσία στη μειονότητα. Του ανατέθηκαν καθήκοντα απλού πολιτικού επίτροπου λόχου, που σήμαινε υποβάθμιση της ιεραρχικής του θέσης. Σε δύο μήνες, την 29η Μαρτίου 1944 σκοτώθηκε στο Φιερι.

Την 6η Ιουνίου 1944 ιδρύθηκε προς τιμή του το τάγμα «Λευτέρης Τάλλιος», τα εγκαίνια του οποίου διεξήχθησαν στη Δίβρη, με διοικητή τον Χριστόφορο Μουλά και πολιτικό επίτροπο τον Κώστα Καρατζά.

(Συνεχίζεται)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.