Μια αναθεωρητική προσέγγιση της ιστορίας

Σταύρος Γ. ΝΤΑΓΙΟΣ

Διδάκτωρ Ιστορίας του ΑΠΘ

Προεισαγωγική αναφορά

Ποιος ήταν, στ’ αλήθεια, ο Λευτέρης Τάλλιος; Ήταν ο ανιδιοτελής ήρωας που αγωνίσθηκε ενσυνείδητα για την απελευθέρωση της πατρίδας (ποιας πατρίδας;), ο ασυμβίβαστος και ακαταπόνητος μαχητής κατά των γαιοκτημόνων του Βούρκου και των μεγαλεμπόρων των Ριζών και της Δρόπολης, ή ο αρνησίπατρις, ο αποστάτης και ο μειοδότης που πρακτόρευσε αδίστακτα τα συμφέροντα του αλβανικού μεγαλοϊδεατισμού εις βάρος της ιδιαίτερης πατρίδας του;

Ο Λευτέρης Τάλλιος, ο άνθρωπος που έχαιρε το προνόμιο του κύριου αντιφασιστικού εκπροσώπου της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας (ΕΕΜ) διατήρησε για πολλά χρόνια –έως το 1991– την ύψιστη διάκριση του «Ήρωα του Λαού», χάριν, κυρίως, ενός πέπλου μυστηρίου που καλύπτει –ακόμα και σήμερα– τη ζωή του, αλλά και τις συνθήκες θανάτου του: ήταν μια δολοφονική ενέργεια ή ένας ηρωικός θάνατος; Αναμφίβολα, πρόκειται για μια πολυσχιδή, περίπλοκη προσωπικότητα, η οποία, στο κύλισμα του χρόνου, εμπλουτίσθηκε με αλήθειες, αλλά και με άδολες και υποβολιμαίες μαρτυρίες και πολλούς ανυπόστατους μύθους, όπως συμβαίνει συχνά με τις ισχυρές φυσιογνωμίες της ιστορίας. Όλα αυτά τα χρόνια τού προσάψαν αδίκως ενοχές ή/και, αντιθέτως, του επιδαψίλευσαν ιδιαίτερες τιμές και αδικαιολόγητες δόξες.

Έως το 1991, η αυθεντία του Λευτέρη Τάλλιου διέλθει άσπιλη, ως απόλυτος εκφραστής των «μειονοτικών κομμουνιστικών ιδανικών», πολέμιος των κοινωνικών αδικιών, θεσμοφύλακας της ισότητας και προστάτης του κοινού περί δικαίου αισθήματος, σχεδόν ως άτρωτος τοτέμ. Αυτή η υστερόβουλη προπαγανδιστική αγιοποίηση υπηρετούσε κυρίως πολιτικές σκοπιμότητες, παρά εξέφραζε περιεχόμενο ιστορικής αλήθειας.

Η σχέση αυτή Τάλλιου και ιστορικής αλήθειας ανετράπη το 1991, όταν με την κατάρρευση της καθεστηκυίας τάξης στην Αλβανία και στην ΕΕΜ οι πολιτικοί αντίπαλοι των κομμουνιστών διεκδίκησαν, όπως αναμενόταν –σύμφωνα με την νομοτέλεια των ιστορικών κανόνων– χώρα στη συλλογική μνήμη εμφανίζοντας ως αντίπαλο δέος του Λευτέρη Τάλλιου –πρόκειται, στην πραγματικότητα, για ασύμμετρη αντιδιαστολή– τον Βασίλη Σαχίνη, ο οποίος, αντιθέτως, ενσάρκωνε έως τότε το «απόλυτο κακό», τον «εχθρό της μειονοτικής φτωχολογιάς», τον εκπρόσωπο των αδίστακτων εκμεταλλευτών του μειονοτικού λαού και της αδηφάγας εγχώριας τοκογλυφίας, διερχόμενος μέσω των βίαιων δημοσιευμάτων του «Λαϊκού Βήματος» της δεκαετίας του 70 -όχι πάντοτε αβάσιμα- τα οποία εστίαζαν στις σκοτεινές πτυχές του δροπολίτη χρηματιστή, κυρίως, στην τοκογλυφική τάση του και απαλείφανε την πατριωτική του συνδρομή και τον εθνικό του συνετισμό, ο οποίος είναι αδιαφιλονίκητος.

Στην ιδρυτική συνδιάσκεψη της Ομόνοιας (Ιανουάριος 1991) ως συμβολική ένδειξη εθνικής ομοψυχίας, τα πορτρέτα των δυο άσπονδων αντιπάλων κοσμούσαν την αίθουσα, χωρίς, όμως, αυτό να προσέφερε ουσιαστικά ευεργετήματα στην ποθούμενη εθνική συμφιλίωση. Τα δυο αντίπαλα ιδεολογικά και πολιτικά στρατόπεδα εξακολούθησαν να υπερασπίζονται απαρασάλευτα τον ιδεολογικό τους καθορισμό, οχυρωμένα στις παλιές ιδεοληψίες, επικαλούμενα κυρίως «άγνωστες προφορικές μαρτυρίες» προς ενίσχυση της επιχειρηματολογίας τους. Πολλές φορές ο λόγος τους εξέφραζε ασυγκράτητη εμπάθεια.

Και τότε άρχισε η αντίστροφη αξιολόγηση.

Η επανάγνωση της ιστορίας

Το 1945 οι ηττημένοι αντικομουνιστές (στην ΕΕΜ η αστική εθνικόφρων πτέρυγα) έμελλε να πληρώσουν ακριβά τα επίχειρα της ήττας τους, ένα εκ των οποίων ήταν η σπίλωσή τους ως «προδότες της πατρίδας». Έως το 1991 αποκλείσθηκαν από το ιστορικό αφήγημα –όπως αποκλείσθηκαν γενικότερα από τη διανομή του πλούτου– και δεν αποτέλεσαν στοιχεία της ιστορικής μνήμης. Η ιστορία κατέστη πνευματική ιδιοκτησία των κομμουνιστών και γράφηκε από αυτούς με απόλυτη αυθαιρεσία, διαμορφώνοντας την προκλητική, άδικη και μεροληπτική μνήμη τους, η οποία κατίσχυσε απολυταρχικά, όπως κάθε κομμουνιστικό πνευματικό προϊόν, έως το 1991. Η αφήγηση της κομμουνιστικής μνήμης ήταν γειωμένη στην αριστερή ιδεολογία μα και προσαγόμενη από την καθεστηκυία τάξη, προστατευόμενη από θεσμούς, ενώ η αντίπαλη τελούσε υπό απηνή διωγμό. Δεν ήταν απλώς κυρίαρχη, μα και απολυταρχική, ηγεμονική και δεν επιδεχόταν καμιά αμφισβήτηση. Συνεπώς, έως τότε, το 1991, η κομμουνιστική κατεστημένη «επιστημονική» έρευνα είχε συγκροτήσει μια αυτονόητη και αυταπόδεικτη ιστορική αλήθεια, έναν μύθο, στον οποίο δύσκολα μπορούσες να αντιτάξεις πραγματολογικά στοιχεία και ιστορικά επιχειρήματα, τόσο στο υμνητικό τους παραλήρημα, τον εγκωμιασμό και την εξιλέωση των «ηρώων», όσο και στον ευτελισμό των «εξαμβλωμάτων» αντιπάλων τους. Εν ολίγοις, επί 45 χρόνια προκλήθηκε ένα βαθύ διαβρωτικό εθνικό χάσμα, με εφιάλτες και ήρωες, ενέργειες που υποκινούσαν παρασκηνιακά οι εξουσιαστικές αρχές της Αλβανίας και υπέμενε αμήχανα και ανήμπορα η ενδημική βορειοηπειρωτική κακοδαιμονία.

Το 1991 η αποκομμουνιστικοποίηση του δημοσίου βίου δεν συνεπαγόταν αυτομάτως και την αντικειμενική αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας. Στον πρόχειρο –πολλές φορές εμπαθή δημόσιο διάλογο– πολλοί κατέχοντες του δημοσίου λόγου –όχι απαραίτητα ιστορικοί ειδικοί– πρόταξαν ως πανάκεια στην ίαση του εθνικού μας διχασμού την επιβολή της λήθης (άλλως, την αμνήστευση των θυτών), επικαλούμενοι την πρόσληψη της μη αναμόχλευσης του τοξικού παρελθόντος, αντιτάσσοντας, αντί αυτής, το κοινωνικό συμβόλαιο της αμνησίας. Η συμβιβαστική προτροπή της αμνησίας, όμως, αποτελούσε περισσότερο ευσεβή πόθο βασιζόμενη στην καλή πίστη, αλλά αποδεδειγμένα δεν εξυπηρετεί πάντα την εθνική συμφιλίωση και ακόμη χειρότερο στερεί τον πολίτη στην πρόσβαση προς την αλήθεια, τόσο αναγκαία για μια υγιή κοινωνία και την αποκατάσταση των αδικιών του ιστορικού παρελθόντος. Άλλοι, απεναντίας, επέλεξαν εκδικητικά την ποινική και επανορθωτική δικαιοσύνη και επικαλέστηκαν την ιστορία ως τιμωρητικό ετεροχρονισμένο θεσμό (η οποία θα λειτουργούσε ως μεταβατική απονομή δικαίου) κάτι που, όμως, υπερβαίνει τα όριά της ως μορφή κοινωνικής συνείδησης με κύρια αποστολή της τη συνεχή επανάγνωση του παρελθόντος. Ο ιστορικός οφείλει να θέσει ερωτήματα και προβληματισμούς, να ανατρέψει βεβαιότητες και να προσθέσει γνώση, αλλά δεν μπορεί να τιμωρήσει. Η μαχητική αντίδραση των μεν εναντίον των δε δεν υπήρξε πάντα ανιδιοτελή που σκοπό είχε την αναζήτηση της αλήθειας, μα συχνά υπέκρυπτε την προσοχή τους να υπερασπιστούν μια συγκεκριμένη ιδεολογία, να αποσείσουν ενοχές, ή να ενοχοποιήσουν θύματα, να συσκοτίσουν το παρελθόν «προς ιδίον όφελος». Και όλο αυτό δεν ήταν «είδος δίχως ταίρι». Συνέβη παντού, σε όλη την Ανατολική Ευρώπη. Ιδιοτυπία μας υπήρξε ότι αυτή η δημόσια συζήτηση διεξήχθη χωρίς κανόνες δεοντολογίας, άπρεπα, πολλές φορές με περισσή προχειρότητα, ανευθυνότητα, με λεκτική βία και το χείριστο: απόντων των επαγγελματιών ιστορικών και του ακαδημαϊκού ήθους. Τα δυο αντίπαλα ιδεολογικά στρατόπεδα παρέμειναν αμετατόπιστα στις θέσεις τους. Το αριστερό αφήγημα ανάγεται στο προπαγανδιστικό βιβλίο των Μίλτο Κυργιάννη (κατά κόσμο Αλέξη Γιάνναρη) και Παναγ. Παπαδημητρίου «Η αντιφασιστική οργάνωση…» (Αθήνα, 1982) ενώ η αστική εθνικόφρων αντίληψη συσπειρώθηκε στο επίσης προπαγανδιστικό –και μοναδικό έως τώρα– βιβλίο των Λευτέρη Γκουβέλη & Γιάννη Παπά, «Άγνωστες ιστορικές στιγμές…» (Γιάννενα, 1986). Είναι ενδεικτικό ότι αμφότερες οι πραγματείες κυκλοφορήσαν στην Ελλάδα ενώ στη Βόρειο Ήπειρο έγιναν αισθητές ως ακουστικό κύμα. Σε αντιδιαστολή προς την αστική, η αριστερή προσέγγιση εμπλουτίσθηκε σταθερά και με άλλες μεταγενέστερες εκδόσεις και δημοσιεύματα, κυρίως παλαίμαχων και απόστρατων Βορειοηπειρωτών, οι οποίοι συμμετείχαν στο «αντιφασιστικό κίνημα» της ΕΕΜ, υπερασπιζόμενοι τις ηθικές αξίες της ιδεολογικής τους συγκρότησης, τις επιλογές και τα πιστεύω τους: Μενέλαος Β. Δαλιάνης, «Η εθνική αντίσταση …» (Αθήνα, 2000), Κώστας Ζάβαλης. «Πολεμικό οδοιπορικό αγωνιστή», (Αθήνα, 2005), Βαγγέλη Νάστου, «Ο αγώνας των Ελλήνων της Αλβανίας ενάντια στους Ιταλούς-Γερμανούς κατακτητές, 1942-1945», ανάτυπο, Θεσσαλονίκη, 2009, κ.ά., ενώ οι εθνικόφρονες δεν έχουν να μας επιδείξουν κάτι περισσότερο από σκόρπιες δημοσιογραφικές δημοσιεύσεις, με έντονο το καταγγελτικό τους ύφος. Εν κατακλείδι, παραμένει ορατή η ιδεολογική περιχαράκωση των δυο αντίπαλων στρατοπέδων, με ελάχιστους ή καθόλου κοινούς τόπους και σημεία σύγκλισης.

Ακόμη και σήμερα, η εθνικόφρων και η κομμουνιστική μνήμη παραμένουν δύο αντικρουόμενες κοινωνικές συνειδήσεις στον βορειοηπειρωτικό ελληνισμό. Η εθνικόφρων επιζητεί επίμονα –αλλά όχι οργανωμένα, τουλάχιστον όχι όσο ο ιδεολογικός της αντίπαλος– μια θέση στην ανασύνθεση της ιστορίας, ενώ η αριστερή, ενώ βρέθηκε υπό καθίζηση τα πρώτα χρόνια της αλβανικής μεταπολίτευσης, ολίγον κατ’ ολίγον, ανέκαμψε με σειρά –προπαγανδιστικές κυρίως– πραγματείες να υπερασπιστεί τα ιδανικά της και να συσπειρώσει ξανά τον κόσμο της.

Επαγωγικώς, όλη αυτή η εκδοτική και δημοσιογραφική παραγωγή δεν προσέφερε ουσιαστικά και αξιόπιστα στοιχεία στη διάσωση της μνήμης, όχι τόσο διότι εμμένει στον γνώριμο ακραίο ιδεολογικό παροξυσμό, αλλά διότι βασίζεται, κυρίως, σε προφορικές μαρτυρίες με πολλά (αν)ιδιοτελή επιχειρήματα, άρα σε έωλη αποδεικτική βάση. Τα απομνημονευματογραφικά βιβλία, (κυρίως με αριστερό πρόσημο) πέρα από τη χρονική διάσταση, πολλές φορές επιδιώκουν να υπερασπιστούν την «αλήθεια» του γράφοντος, να ικανοποιήσουν το εγκλωβισμένο πάθος ή να αποσείσουν τις ευθύνες και να αποκαταστήσουν την υστεροφημία του. Όλη αυτή η δημόσια (σε αντιδιαστολή προς την ακαδημαϊκή προσοχή) βιβλιογραφία εξύφανε και έναν ιδιότυπο επιστημονικό λαϊκισμό -θα μπορούσαμε να τον αποκαλέσουμε και έτσι- ο οποίος αναδύεται με περισσή οξύτατα, ενώ τείνει να επιβάλει με τρόπο εκβαρβαρισμένο ως αδιαφιλονίκητες βεβαιότητες τις ενεχόμενες αλήθειες των μαρτυριών των εμπλεκομένων, η ισχύ των οποίων για κάθε ειδικό επιστήμονα αποτελεί ανεπίλυτο πρόβλημα. Εν ολίγοις, η μέχρι τώρα έρευνα, στερούμενη της αναγκαίας αρχειακής βάσης και της επιστημονικής ηθικής, δεν διεκδικεί δάφνες επιστημοσύνης. Η εργαλειακή και επιλεκτική επιστράτευση της προφορικής μαρτυρίας με ιδιαίτερη ευκολία, αλλά και ανεξέλεγκτη ανευθυνότητα με αποτέλεσμα να περιχαρακώνονται επικίνδυνα η ακαδημαϊκή και η δημόσια ιστορία, ως δύο ασυμβίβαστα πεδία γνώσης, δεν βοηθάει στην αναζήτηση της αλήθειας. Εννοείται, στην ανασύνθεση του κοινού εθνικού μας παρελθόντας έχουν δικαίωμα όλοι, τόσο οι πραγματευόμενοι την ιστορία ως λαϊκοί ερευνητές, όσο και οι ιστορικοί επιστήμονες. Πολλές φορές, όμως, η ασύδοτη αυτοπεποίθηση του ερασιτεχνισμού και τα επιστημονικοφανή συμπεράσματά του –όπως και σε όλα τα πεδία της γνώσης– προκαλεί ένα άλυτο σκάνδαλο για την εν γένει επιστημονική έρευνα.

Για να λέμε, όμως, όλη την αλήθεια, η σύνδεση της ιστορίας με την αλήθεια δεν είναι πάντα δεδομένη.

Το παρόν πόνημα δεν συνιστά μια προσπάθεια «επιστημονικού κατευνασμού» ή κοινωνικού μορατόριουμ, ή πρόθεση εξαγνισμού ή λοιδορίας θητών –ή αντιστρόφως των θυμάτων–, αλλά προσπάθεια (ανα)κατασκευής της συλλογική μνήμης. Θα προσπαθήσουμε να αποφύγουμε τους πρόχειρους, βεβιασμένους, απερίσκεπτους χαρακτηρισμούς γενόμενους με ελαφρότητα και διακριτή αφέλεια. Δεν έχουμε επίσης σκοπό τον εξευμενισμό ή την εξισορρόπηση των δύο εκ διαμέτρου αντίθετων στάσεων για την προσωπικότητα του Λευτέρη Τάλλιου και την εθνική του συνεισφορά, αλλά ούτε και τη χρειάζεται. Για την εγκυρότητα της ιστορικής ανασύνθεσης της προσωπικότητας του μελετώμενου πρωταγωνιστή Λευτέρη Τάλλιου και την απομυθοποίηση του ιστορικού παρελθόντος θα βασιστούμε, όπως έως τώρα, κυρίως στις αρχειακές συλλογές και στην αυθεντία της σοβαρής αποδεικτικής βιβλιογραφίας.

Συνεχίζεται

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.