Μια αναθεωρητική προσέγγιση της ιστορίας

Σταύρος Γ. ΝΤΑΓΙΟΣ

Διδάκτωρ Ιστορίας του ΑΠΘ

Το σύντομο συναξάρι του Λευτέρη Τάλλιου

Το πρωτογενές αρχειακό υλικό που μας προσφέρουν οι διάφορες (ευαίσθητες) συλλογές για τον Λευτέρη Τάλλιο είναι ισχνό και αποσπασματικό για να συνάγουμε ακριβή συμπεράσματα για την εξέλιξη, τις μεταστροφές, τις παραδοξότητες και το τέλος του.

Ο Λευτέρης Τάλλιος γεννήθηκε στο Χαντήρ-αγά, το 1912 (σήμερα χωριό «Λευτέρης Τάλιος») του Βούρκου· ήταν γόνος γνωστής μεγάλης οικογένειας. Εστάλη από τον φιλομαθή παππού του στη Δρόβιανη για να φοιτήσει την Α’ και Β΄ τάξη του δημοτικού και στη συνέχεια στη Λεσνίτσα και Δέλβινο, χωριά με μακρά εκπαιδευτική παράδοση, για τις υπόλοιπες τάξεις. Στη συνέχεια φοίτησε στο 5-ετές γυμνάσιο Φιλιατών, όπως πολλοί άλλοι πατριώτες του και, τέλος, στο Διδασκαλείο των Ιωαννίνων και όχι στο εκκολαπτήριο εθνικού φρονηματισμού της Μονής Βελλά, το οποίο λειτουργούσε υπό την αιγίδα του Μητροπολίτη Σπυρίδωνος κυρίως για τις εκπαιδευτικές ανάγκες του βορειοηπειρωτικού ελληνισμού. Το Γυμνάσιο Φιλιατών, το οποίο καλλιεργούσε επίσης ακραιφνή εθνική συγκρότηση στους σπουδαστές εμφανιζόταν περισσότερο ανοιχτό σε σχέση με τη Μονή Βελλά όπου «επικρατούσε η άκρατη ‘θεοκρατία’» σύμφωνα με τις μαρτυρίες τροφίμων. Εν τούτοις, κι εκεί υπήρχαν ομάδες αναρχικών. Κυκλοφορούσε, βέβαια, και αιρετική βιβλιογραφία εκτός του σχολικού ιδεολογικού εξαναγκασμού.

Από το Διδασκαλείο Ιωαννίνων αποφοίτησε το 1933. Μαζί με το πτυχίο του διδασκάλου απεδείχθη και δεξιοτέχνης της μουσικής (έπαιζε βιολί). Άμα τη αποφοίτησει διορίσθηκε από την «Επιτροπή επί των Εκπαιδευτικών Βορείου Ηπείρου» (1925) με έδρα τα Ιωάννινα κοινοτικός διδάσκαλος (μισθοδοτούμενος, στην πραγματικότητα, από την Ελλάδα) στην Τσούκα, στην Πέπελη και σε άλλα χωριά της ιδιαίτερης πατρίδας του και θεωρείτο προσοντούχος, ιδίως όσον αφορά τις γεωργικές δραστηριότητες. Δυο στοιχεία του χαρακτήρα του αναδεικνύονται από τα πρώιμα εκπαιδευτικά του χρόνια: το αγωνιστικό του πνεύμα και ο διάχυτος αθεϊσμός. Το διάστημα της καθολικής λευκής εκπαιδευτικής αποχής των Βορειοηπειρωτών (1933-1936) η συμβολή του ελέγχεται σχεδόν ως αμελητέα.

Το καλοκαίρι του 1936 (έως τον Νοέμβριο) υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στα Τίρανα ως έφεδρος αξιωματικός του αλβανικού στρατού, αλλά από κάποια παρεξήγηση κηρύχθηκε ανυπότακτος, συνελήφθη και οδηγήθηκε στις φυλακές του Ελμπασάν, φρουρούμενος.

Το 1940, κατά την ελληνική αντεπίθεση στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο, κατετάγη εθελοντικά στον Ελληνικό Στρατό (ως στρατεύσιμος), εμφανιζόμενος μαζί με τον συγγενή εξ αγχιστείας του Ηλία Γκυζέλη (άνδρα της αδελφής του Σοφίας) στις ένοπλές συγκρούσεις με τον ιταλικό στρατό έως το Κουρβελέσι. Η επέλαση του ελληνικού στρατού, πέρα από την ελληνική επικράτεια, δεν είχε σκοπό μόνον την εκδίωξη των κατακτητών, αλλά και την απελευθέρωση της περιοχής και τη διάσωση του βορειοηπειρωτικού ελληνισμού. Σύμφωνα με τις ακήρυχτες πολιτικές αντιλήψεις εκείνης της εποχής η ένδοξη ελληνική εποποιΐα μπορούσε να δώσει μια λύση και στο εκκρεμούν βορειοηπειρωτικό. Ασφαλώς, οι πρώιμες αντιλήψεις του Τάλλιου προσιδίαζαν στην εξέλιξη αυτή· ο ίδιος αγωνίσθηκε στο πεδίο των μαχών για την υλοποίησή τους.

Την άνοιξη του 1941, μετά την κατάρρευση του ελληνο-ιταλικού μετώπου, την υποχώρηση του Ελληνικού Στρατού και του κενού που άφησαν οι ελληνικές αρχές (οι οποίες είχαν εγκαταστήσει και τις υποτυπώδεις δομές εξουσίας σε όλη την ελληνόφωνη περιοχή), την εμφάνιση των συμμοριτικών ομάδων και των ληστρικών επιδρομών στην υπό υποχώρηση από το Ελληνικό Στρατό περιοχή την οποία νέμονταν, οι Βορειοηπειρώτες διανοούμενοι –ιδίως οι άμεσα εμπλεκόμενοι στις εχθροπραξίες και σε οιαδήποτε άλλη μορφή αρωγής προς τον Ελληνικό Στρατό, βρέθηκαν ενώπιο του ηθικού διλλήματος: να ακολουθήσουν τα υποχωρούντα ελληνικά στρατεύματα ή να παραμείνουν στις εστίες τους και να αγωνιστούν για το εθνικό μέλος της πατρίδας τους; Ανεδείχθησαν τρεις βασικές κατηγορίες: Η πρώτη κατηγορία, συνιστάμενη κυρίως από διδασκάλους, ακολούθησαν τα ελληνικά στρατεύματα και βραδύτερα ενώθηκαν με τα ανταρτικά τμήματα ΕΔΕΣ-ΕΟΑΕ του Στρατηγού Ναπολέοντα Ζέρβα· οι ανήκοντες στη δεύτερη κατηγορία παρέμειναν αναμενόμενοι στην περιοχή, και η τρίτη, ελάχιστοι μεταφέρθηκαν στην αλβανική ενδοχώρα ως μέλη του φασιστικού κόμματος [μετεξελισσόμενοι στη συνέχεια σε κομμουνιστές ή και σε κυβερνητικούς τιτλούχους] και ακόμα λιγότεροι ως υπηρετούντες στην κατοχική χωροφυλακή της Αλβανίας. Υπήρχαν και τέτοιοι. Ο Λευτέρης Τάλλιος ανήκει στη δεύτερη κατηγορία, εισερχόμενος σε ένα καθεστώς ιδιάζουσας ημιπαρανομίας, εν γνώσει των επιχείρων που μπορούσε να υποστεί λόγω της εμπλοκής του ως στρατευμένος στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο στο πλευρό του αγωνιζόμενου Ελληνικού Στρατού. Από τότε εισέρχεται στην στενή προσοχή της αλβανικής χωροφυλακής, παρακολουθούμενος όχι ως κομμουνιστής, αλλά ως ύποπτο «ανατρεπτικό στοιχείο» και φορέας του ελληνισμού. Στις αρχές του 1942 συνελήφθη από τις αλβανικές αρχές στο χωριό του, κατηγορούμενος για ανατρεπτική δράση (veprimtari subversive), συνέργεια με τις στρατιωτικές δυνάμεις της Ελλάδας εις βάρος της Αλβανίας και, ανακρινόμενος, οδηγήθηκε στους Αγίους Σαράντα. Λόγω της υψηλής επικινδυνότητας μετήχθη στις φυλακές Αυλώνας και στη συνέχεια στα Τίρανα. Τον Ιούλιο του 1942 παραπέμφθηκε ενώπιο του Στρατοδικείου Τιράνων, αλλά η έδρα δεν βρήκε αποδείξεις ενοχής και την 21η Ιουλίου 1942, κατά την επ’ ακρόαση συνεδρίαση, αφέθηκε ελεύθερος. Μια εβδομάδα βραδύτερα, όμως, την 31η Ιουλίου 1942 η αντινομαρχία Κονίσπολης ζήτησε την εξόρισή του (τότε υπηρετούσε διδάσκαλος στο Καινούριο Μεμούσμπεϊ) λόγω της επικινδυνότητας και των ελληνικών εθνικών του φρονημάτων, επειδή «άμα τη καταλήψει της περιοχής αυτής, στην οποία δίδασκε ο Τάλιος, από τα ελληνικά σώματα, –η περίπτωσή του αποτελεί σχεδόν καθολική εξαίρεση– στρατιωτικοποιήθηκε στον [ελληνικό] εχθρικό στρατό επιδεικνύοντας ασυνήθιστη δράση ως δραστήριο μέλος της οργάνωσης «Νεολαία» –δεν διευκρινίζει εάν ανήκει στην μεταξική νεολαία, ήτοι στην Εθνική Οργάνωση Νεολαίας (ΕΟΝ), ή σε άλλες αιρέσεις– εις βάρος του κράτους μας και δεδομένου ότι τα ιδανικά και το θάρρος του κατά το διάστημα της δοκιμής άγγιζαν τα όρια της θυσίας, διότι ήταν ελάχιστοι οι ελληνόφωνοι που τέθηκαν υπό όπλα, τον καθιστούν άκρως επικίνδυνο για το αλβανικό κράτος».

Μετήχθη ξανά στις φυλακές Αργυρόκαστρου όπου έμεινε ως κρατούμενος επί ένα χρόνο. Σε όλη τη δικογραφία δεν χαρακτηρίζεται ως «κομμουνιστής», αλλά ως «ανατρεπτικό στοιχείο» εμφορούμενο από ελληνικό σοβινιστικό καθορισμό.

Η υπαρχή του αντιστασιακού κινήματος στη Βόρειο Ήπειρο

Μετά την ιταλική επιβολή, ολίγον κατ’ ολίγον, στην περιοχή του βορειοηπειρωτικού ελληνισμού εμφανίσθηκαν τα πρώτα άτακτα ένοπλα στρατιωτικά τμήματα (ανταρτοομάδες) που σκοπό είχαν την προστασία του πληθυσμού από τις ληστρικές επελάσεις των ληστοσυμμοριτών που νέμονταν τα ελληνόφωνα χωριά.

Την 15η Σεπτεμβρίου του 1942, ιδρύθηκε στους Σχωριάδες Πωγωνίου το πρώτο ελληνικό ένοπλο τμήμα (τα τμήματα αυτά παρασημασιολογικά επικράτησαν ως «τσέτα») με διοικητή τον Γιώργο Πάλη και πολιτικό επίτροπο τον Παναγιώτη Πάνο. Η ομάδα ανταρτών του Βούρκου ιδρύθηκε βραδύτερα, τον Ιούνιο του 1943, αρχικά επανδρωμένη με 29 οπλίτες, με διοικητή τον Μιλτιάδη Παπά και πολιτικό επίτροπο τον Βαγγέλη Πάντο, από τη Γέρμα. Από το καλοκαίρι του 1943 το Κομμουνιστικό Κόμμα Αλβανίας (ΚΚΑ) και ο πολιτικός του βραχίονάς, Fronti Nacional-Çlirimtar (το αλβανικό ΕΑΜ) ήλεγχε το μεγαλύτερο μέρος της αλβανικής επικράτειας, ενώ οι ιδεολογικοί του αντίπαλοι με εθνικόφρον πρόσημο (Μπαλ Κομπετάρ και Λεγκαλιτέτ) εκδήλωναν επαμφοτερίζουσα συμπεριφορά, εμφανιζόμενοι νωθροί, παλίμβουλοι και, στην ουσία, συνεργαζόμενοι σε μεγάλο βαθμό με τις κατοχικές δυνάμεις. Με τον ίδιο τρόπο οι αλβανοί κομμουνιστές σχεδίαζαν να επιβληθούν και στις ελληνόφωνες περιοχές της ΕΕΜ: πρεσβεύοντας τον απελευθερωτικό αγώνα, αλλά αποσιωπώντας το εθνικό μέλλον της περιοχής, που αποτελούσε τον ευσεβή πόθο του τοπικού πληθυσμό, αλλά και αποτρεπτικό παράγοντα στα σχέδιά τους.

Από το Μάρτιο του 1942 διαφάνηκαν οι πρώτες επαφές του Κεμάλ Καραγκιόζη (Qemal Karagjozi), βασικού κομματικού παράγοντα της περιφερειακής επιτροπής (qarkori-κλιμακίου) Αργυροκάστρου με ταγούς της ΕΕΜ για σύντονη αντιστασιακή δράση, συγκρότηση κοινών ένοπλων σωμάτων και δομών εξουσίας. Στην πρωτοβουλία αυτή ενώθηκε βραδύτερα και ο Λευτέρης Τάλλιος από την περιοχή του Βούρκου.

Όντως, μαζί με τις σποραδικές ομάδες ανταρτών το αλβανικό ΕΑΜ ίδρυσε, παράλληλα, και τα εθνικοαπελευθερωτικά συμβούλια, συγκείμενα κυρίως από φτωχά κοινωνικά στρώματα ως μελλοντικές δομές εξουσίας. Ο θεσμός αυτός προκάλεσε ενθουσιασμό και δημιούργησε λαϊκά ερείσματα στις επιδιώξεις των αλβανών κομμουνιστών για τη μελλοντική πολιτική επικράτησή τους, διότι για πρώτη φορά οι απλοί χωρικοί μετείχαν στη διαχείριση της εξουσίας, στα λαϊκά δικαστήρια και, ιδίως, στις υπαίθριες επιθεωρήσεις όπου διακωμωδούνταν οι «εχθροί του λαού» και οι «εκμεταλλευτές της φτωχολογιάς». Διαφάνηκε ότι η αριστερή αντίληψη κέρδιζε έδαφος εις βάρος της εθνικής ιδέας, η οποία γνώριζε ύφεση, ή, τουλάχιστον, αποτελούσε ταμπού.

Την 17η Οκτωβρίου 1943 στην πρώτη συνδιάσκεψη των εθνικοαπελευθερωτικών συμβουλίων της Άνω Δρόπολης στην Κοσοβίτσα ο Λευτέρης Τάλλιος επιβλήθηκε με λεκτική βία, αλαζονικά και αυταρχικά, συγκρουόμενος με τους διαφωνούντες «καιροσκοπικούς», τους οποίους εγκάλεσε για καιροσκοπισμό, επεμβαίνοντας και καθυβρίζοντάς τους, οι οποίοι δεν είχαν πεισθεί για τις αγαστές προθέσεις των Αλβανών. Εν μέσω αντεγκλήσεων και διαφωνιών η συνδιάσκεψη εξέλεξε το ενωμένο Εθνικοαπελευθερωτικό Συμβούλιο της Ανω Δρόπολης υπό τον Νίκο Λαζόπουλο.

Από την άνοιξη του 1943 το αντιστασιακό κίνημα είχε κλιμακωθεί, ιδρύθηκε η ομάδα ανταρτών υπό την αιγίδα του αλβανικού ΕΑΜ Çamëria (Τσαμερία) με διοικητή τάγματος τον Haki Rushiti (Χακί Ρουσίτι), ο οποίος μετεπήδησε στη συνέχεια στο αντίπαλο στρατόπεδο των κομμουνιστών, στο Μπαλ Κομπετάρ. Ο Λευτέρης Τάλλιος κατείχε ιεραρχική θέση στο τμήμα ως πολιτικός υποεπιτρόπος. Στην ουσία, η αγωνιστική δράση της ομάδας περιοριζόταν στις λεηλασίες αμάχων και τη διανομή τροφίμων προς τους άπορους. Σύμφωνα με την κομμουνιστική αντίληψη, οι ένοπλοι αντάρτες οργανώνονταν με τρόπους αγελοποίησης, λόγω έλλειψης ιδιαιτερότητας των μελών και αυτή η λεγεώνα (η αγέλη) των κομουνιστών επιδίδονταν συνήθως σε αψιμαχίες με τους πολιτικούς τους αντιπάλους, διακατεχόμενοι από το ένστικτο της πολιτικής βίας και της μελλοντικής κατάληψης της εξουσίας. Ο αγώνας τους περιείχε έντονα στοιχεία εμφύλιας σύγκρουσης. Το καλοκαίρι του 1943 ο ανταρτική ομάδα Τσαμερία μετεξελίχθηκε σε Τάγμα «Θωμά Λιούλια» και ο Λευτέρης Τάλλιος διατήρησε ξανά την ίδια ιεραρχική θέση. Οριστικά ο Τάλλιος είχε εγκαταλείψει τον αρχικό του πολιτικό προσανατολισμό, υπερασπιζόμενος πια το δόγμα της ένωσης συναδέλφωσης με τον αλβανικό λαό σε έναν κοινό αγώνα λύτρωσης, παρελκύοντας κάθε ενέργεια που είχε σχέση με το μελλοντικό εθνικό καθεστώς του βορειοηπειρωτικού ελληνισμού.

Ποιοι ήταν οι λόγοι αυτής της μεταστροφής στην πολιτική του αντίληψη; Τα ιστορικά διαθέσιμα δεν μας διαφωτίζουν επαρκώς, αλλά υποθέσεις μάς κάνουν να πιστέψουμε ότι ο Λευτέρης Τάλλιος, διατηρώντας την επικοινωνία με τις αγωνιστικές ομάδες της Ελλάδας και κυρίως με το ΕΑΜ, με το οποίο εμφάνιζε πλέον ιδεολογική εγγύτητα, επηρέασαν τις αρχικές του επιλογές, καθώς η ορμή του ΕΑΜ στην Ελλάδα ήταν κυριαρχούσα και η προοπτική επικράτησής του αδιαμφισβήτητη. Προς το παρόν, διακυβευόταν η ελευθερία της ιδιαίτερης πατρίδας του, ενώ η εθνική της προοπτική δεν συνιστούσε καν οπτασία. Οι προβεβλημένοι ταγοί του αντιστασιακού κινήματος στην ΕΕΜ επιδόθηκαν σε έναν σισύφειο αγώνα να αναφλέξουν το αγωνιστικό πνεύμα όλου του μειονοτικού κόσμου εδράζοντας ακριβώς στην απελευθέρωση της περιοχής και παρελκύοντας την εθνική τύχη της.

Το ελληνικό στοιχείο, όμως, εμφάνιζε έντονες επιφυλάξεις ως προς τη συνεργασία του με το αλβανικό αντιστασιακό κίνημα και δεν πίστευε στις πλειοδοτικές υποσχέσεις και τα κηρύγματα των αλβανών (και μειονοτικών) κομμουνιστών για μελλοντική εθνοεδαφική αποκατάσταση ή, στην καλύτερη περίπτωση, για αυτονομία της περιοχής, που αποτελούσε και τον ενδόμυχο πόθο του. Από την άλλη, οι Βορειοηπειρώτες ήταν φορείς προκαταλήψεων, συμπλεγμάτων και ανασφαλειών. Ήταν δύσκολο οι φιλήσυχοι έλληνες οικογενειάρχες να εγκαταλείψουν το σπίτι τους και να αγωνιστούν πλάι στους Αλβανούς. Συνεπώς, η συγκρουσιακή ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν οι μειονοτικοί κομμουνιστές αντέβαινε την ορθολογική προσέγγιση των απλών Βορειοηπειρωτών, οι οποίοι δεν γοητεύονταν ιδιαίτερα από την επικράτηση ή μη των κομμουνιστών τη στιγμή που αυτή δεν θα επηρέαζε την έμμονη έφεσή τους: την εθνική τύχη της ιδιαίτερης πατρίδας τους.

Βασικός τους στόχος ή, καλύτερα, απόκρυφη επιθυμία τους ήταν η εκπροσώπησή τους από έναν ανεξάρτητο πολιτικό και στρατιωτικό σχηματισμό με ό,τι συμβόλιζε αυτό. Το κήρυγμα της ιδεολογικής ορθοφροσύνης έναντι των προαιώνιων αξιών των ελληνισμού δεν έπειθε, και σε μερικά κοινωνικά στρώματα ακουγόταν γελοίο –όπως στην πραγματικότητα ήταν. Στην επιλογή αυτή βοήθησε, ασφαλώς, η συνεργασία των δύο κομμουνιστικών κομμάτων και των αντίστοιχων ΕΑΜ, αλλά και η δυναμική της εποχής. Η πολιτική και η ιδεολογική νομοτέλεια των δύο ΕΑΜ, εκφραζόμενη στο δόγμα της φενακιστικής υποσχετικής πολιτικής της αυτοδιάθεσης των λαών, αποτέλεσε τον καταστατικό όρο της ένταξης των ελλήνων Βορειοηπειρωτών στον κοινό αγώνα με τον αλβανικό λαό. Στη συνέχεια, αυτό απεδείχθη απλώς μία συλλογική αυταπάτη και ένα προσφιλές δόλωμα.

(Συνεχίζεται)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.