Ο Βισάρ Ζίτι (Visar Zhiti) είναι επιφανής σύγχρονος αλβανός συγγραφέας, δημοσιογράφος και μεταφραστής. Το 1979 συνελήφθη και καταδικάστηκε σε 10-ετή ειρκτή και αφαίρεση των πνευματικών του δικαιωμάτων, κατηγορούμενος για πνεύμα ηττοπάθειας και απαισιοδοξίας στο λογοτεχνικό του έργο, για διφορούμενο ιδεολογικό περιεχόμενο και υπαινιγμούς κατά των αρχών του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Βιβλία του που είχαν ήδη κυκλοφορήσει κατασχέθηκαν και πολτοποιήθηκαν. Η δημιουργική του ανάκαμψη επήλθε μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού στην Αλβανία (1991) με δημοσιεύσεις ποιημάτων για τον Γολγοθά των στρατοπέδων και φυλακών στις οποίες εξέτισε την δεκαετή ποινή του. Έργα του Visar Zhiti μεταφράστηκαν σε πολλές χώρες και δη στις ΗΠΑ όπου ζει και εργάζεται. Διακρίθηκε με πολλά εθνικά και διεθνή λογοτεχνικά βραβεία.

ΠΟΣΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΑΝΑΜΕΝΟΥΝ

Θεέ μου, πόσα πράγματα αναμένουν,

που πρέπει να τα ολοκληρώσω,

                       μα η ζωή δεν μου αρκεί.

Χρειάζομαι ένα δάσος,

όπου ούτε ένα δέντρο δεν είναι δικό μου.

Χρειάζομαι μια στράτα να την περπατήσω

κι εγώ, δυστυχώς την έχω προ καιρού

                                           διανύσει…

Θέλω να χαράξω

το πορτρέτο μου

              με τα δικά σου χέρια,

              αλλά εσύ δεν υπάρχεις.

Να ξεκουραστώ θέλω,

ενώ δεν κουράστηκα ποτέ.

Θα’ θελα να αφήσω ένα χαμόγελο,

                       μονό ένα, μες τον άνεμο,

άλλα εμείς δεν μπορούμε να κατανοήσουμε,

την ροπή της μνήμης του ανέμου.

ΠΕΦΤΑΣΤΕΡΙ

…ένα κομματάκι απ’ τα άστρα έπεσε,

μέσα σ’ ένα κοχύλι,

που σφράγισε τα πλουμισμένα του κελύφη στην ακτή.

Άθελά μου το πάτησα, έγινε θρύψαλα.

Έσκυψα

και πήρα στην παλάμη μου,

το μαργαριτάρι του άψυχου λόγου.

ΜΙΚΡΟΠΡΑΓΜΑΤΑ

Μόνο με ένα φύλλο,

μπορώ να σας μιλήσω για το δάσος,

και μόνο ένα αστέρι

μαρτυρεί πως δεν είσαι μονός.

Ένα χαμένο τσαρούχι,

σου ξανοίγει ατέλειωτα μονοπάτια.

Κάπνισε ένα τσιγάρο

απ’ το πακέτο του Προμηθέα.

Όχι, όχι,

ποτέ δεν βάφω τα παπούτσια μου,

στους λούστρους!

Δεν θέλω ανθρώπους γονατιστούς μπροστά μου.

(1973)

ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ

Βγαίνω συχνά,

               στο ακρογιάλι

και πετάω τα παπούτσια μου στο νερό.

Δεν ξέρω τι συμβαίνει,

άλλα τα υποδήματά μου,

μεγεθύνονται ραγδαία,

                     και μετατρέπονται σε καράβια,

για να επιστρέψουν οι Οδυσσείς

στις οικίες τους.

Ξυπόλητος τρέχω,

να τους καλωσορίσω.

ΗΡΘΕ Ο ΠΗΓΑΣΟΣ ΣΤΟ ΚΕΛΙ ΜΟΥ

Τη μέρα – πρωί, απόγευμα,

τη νύχτα – πριν τα μεσάνυχτα, τα μεσάνυχτα, μεταμεσονύκτια

κάθε χτύπος με ανατρίχιαζε…

                            μου θύμιζε τις χειροπέδες,

λες και θα ερχόταν ο φύλακας να με αρπάξει

                            να με πετάξει σ’ εκείνη τη σπηλιά

                            όπου θα τρόμαζε και ο ίδιος ο τρόμος.

Κάθε θόρυβος…

                        Κάθε θόρυβος…

Τι περιμένεις;…

                       Έναν χτύπο… 

Τρομαγμένος πλησίασα το αυτί μου…

Στο φεγγίτη,

                   στο αραιό χορτάρι – ίχνη οπλών,

κι ένα άλογο βοσκούσε,

                     όπως κάποτε,

σαν σε όνειρο.

Η αγέρωχη μορφή του,

στο μούχρωμα κάτω απ’ τη βροχή και τη σελήνη.

Τι στο καλό εμφανίστηκες έτσι;

Μήπως είσαι ο Πήγασος;

Είχα κι εγώ πράσινες επιθυμίες,

                             σαν το χλωρό χορτάρι.

Κάποιες μου τις τσαλαπάτησαν,

μερικές τις κράτησα.

Τις χαρίζω σε σένα

– απήλαυσε ’τες!

Με ξηραμένα χείλια,

ψιθύρισα,

όπως ψιθυρίζουν οι ερωτευμένοι:

Σήκωσε το κεφάλι του,

                           κοιταχτήκαμε κατάματα.

Καιρό είχα να κοιταχτώ σε καθρέφτη,

Περίπου είχα ξεχάσει το πρόσωπό μου.

Κοιτάχτηκα στα μάτια του αλόγου,

                               ήταν τόσο ανθρώπινα,

                               και είχαν μέσα τους μια λυπημένη ανταύγεια.

Κι εγώ κουρεμένος γουλί,

                             βρόμικος και αξύριστος…

Παραμέρισα,

για να μην με θεωρήσει το άλογο, αγροίκο.

Στο κελί της φυλακής Κούκσι, Δεκέμβριος 1979  

ΣΤΑ ΣΙΔΕΡΑ ΤΟΥ ΦΕΓΓΙΤΗ ΜΟΥ

Τόσο όμορφα κελαηδάει το αηδόνι

στα σίδερα του φεγγίτη μου,

που και οι σιδερένιοι ράβδοι μου ’γιναν,

                      τρυφερά κλωνάρια κερασιάς.

Το δάπεδο γέμισε τιτιβίσματα

κι εγώ γονατιστός,

              σαν να ’ταν ψίχουλα ψωμιού,

              σαν να ’ταν ψίχουλα ζωής,

ένα – ένα τα μάζευα.

Στο κελί, Κούκσι 1980

ΑΓΑΠΗ

Πόσο απέχει είναι η νύχτα μου,

                       από τη δική σου νύχτα!

Άλλες νύχτες υψώνονται ενδιάμεσα σαν αδιαπέραστα βουνά.

Έστειλα τη στράτα για σένα. Δε σε βρήκε. Κουράστηκε

                                            κι επέστρεψε και πάλι σε μένα.

Έστειλα το ελάφι των τραγουδιών μου. Αλλά

το πυροβόλησαν οι κυνηγοί και λαβωμένο επέστρεψε

                                                                  και πάλι σε μένα.

Ο άνεμος δεν βρήκε τον δρόμο. Τόνε μπέρδεψαν οι λόγγοι

και τα σπήλαια του πόνου και επέστρεψε και πάλι σε μένα.

                                                                           Τυφλός.

Μια βροχή ελπίδας ωρύεται εκεί έξω.

Αύριο σαν ξημερώσει, να στείλω το ουράνιο τόξο,

                εσένα να ψάξει; Αλλά κι εκείνο, αθώο σαν τη χαρά,

                μονό ένα βουνό δύναται να δρασκελίσει.

Θα ξεκινήσω ο ίδιος μου μες τη νύχτα και μονός.

Θα σε ψάξω, θα σε ψάξω,

                       θα σε ψάξω ως μια παλάμη,

                       που ψηλαφίζει μέσα στο σκοτάδι

για να βρει το σβησμένο καντήλι.

Φυλακές του Κιαφ – Μπάρι, 1983.

ΚΑΤΑΡΑ

Όλοι

να μην επιστρέφουν σε κανένα σπίτι σαν βραδιάζει…

Να μην έχεις το δικό σου μερίδιο του ηλιοβασιλέματος,

και ούτε δωμάτιο δικό σου να ’χεις,

ούτε μονοπάτι, ούτε επιστροφή.

Οι μέρες να ’ναι όμοιες σαν εφιάλτες,

πέντε παρασκευές στη σειρά,

ύστερα μια τρισκατάρατη Τρίτη,

και ποτέ Κυριακή.

Να μην έχεις πια μικρές ανησυχίες,

θέμα δακρύων η δημιουργίας,

το μεγαλύτερο άχτι στον κόσμο:

φυλακισμένος!

27.04.1984

ΝΥΧΤΑ ΚΕΡΑΥΝΩΝ

Ξαπλωμένοι,

στον τελευταίο όροφο, κοντά στον ουρανό.

Τα παράθυρα τεράστια σαν το φθινόπωρο

τα ’χαμε αφήσει ανοιχτά. Οι κεραυνοί,

έλαμπαν έξω

                  και κρέμονταν σαν πύρινα κλαδιά –

έτσι μου φαινόταν.

Αγρίεψαν,

αγρίεψαν οι κεραυνοί.

Σαν τρελαμένα φίδια,

ξεπηδούσαν από τους θάμνους των σύννεφων

                                  και επιτίθονταν στα παράθυρα –

έτσι σου φαινόταν.

Εσύ φοβόσουν. Κούρνιαζες δίπλα μου.

Με αγκάλιαζες. Διαμπερή.

Γυμνή –

φωτιζόμασταν ξάφνου

                    και ξανά βουλιάζαμε στο σκότος.

Και μετατραπήκαμε σε ζωντανούς κεραυνούς,

στην τεραστία ουράνια αιώρα.

Θεσσαλονίκη, 12.12.1993

ΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ ΤΩΝ ΔΕΛΦΩΝ

                          Show proper respect do not touch

Κίονες που λύγισαν υπό το ελαφρύ βάρος

                                    του αμνήμονα ουρανού.

Τεράστιες πέτρες τραγωδιών

που ανάμεσα τους ζουν οι ελιές σαν

                              γερόντια που τα ξέχασε ο θάνατος.

Τίποτα δεν διηγούνται αυτές. Τους καρπούς τους

κανείς δεν τους χρειάζεται. Κάθε χρόνο πέφτουν και σαπίζουν,

                               πάνω στις πέτρες σαν σκιώδη ίχνη πληγών.

Να ο Ναός της Αθηνάς –

                        μέγα σαγόνι του χρόνου.

Πιο πέρα το αμφιθέατρο.

Πεθαίνουν εκεί τραγικά οι τραγωδίες, οι κερκίδες τους όμως – όχι.

Όλα αυτά τα βρύα σαν γένια φυτρώνουν

                                 πάνω στα δικά μας πρόσωπα,

ακριβώς, σαν μια παλιά στενοχώρια.

ΔΑΦΝΙ, ΤΟ ΦΡΕΝΟΚΟΜΕΙΟ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

Λέμε να επισκεφτούμε το φρενοκομείο. Γιατί

δεν βρισκόμαστε ήδη εκεί;! Το μουγκρητό της Εθνικής,

          υποχθόνιο σαν να βουίζει από μια μυθολογική νεκροκεφαλή

τρυπάει το δικό μου καύκαλο – στις περιφερειακές σήραγγες,

όπου η μνήμη παγώνει σαν χειμερινό πρωινό,

                                                    δίχως σύννεφα.

Θα συναντούσαμε εκεί τους αρχαίους Θεούς, δεν ήταν μακριά

το φρενοκομείο, πιο κοντά απ’ ότι έπρεπε, για την εορτή

των Χριστουγέννων, οι άλλες μέρες είναι διάβολου – γέννα.

Βάση του τελετουργικού, έπρεπε να καταθέσεις τον όβολό σου

                                                                     στους τρελούς,

όχι απαραιτήτως χρυσό σαν αυτό

                             που έβαζαν στα δόντια των νεκρών,

για να πλήρωναν τα ναύλα του Χάροντα τα αρχαία χρόνια.

Η ζωή τρελάθηκε,

όχι ο θάνατος, μου μήνυσε μια Ολύμπια Θέα,

                                    ήθελε να εκτίθεται γυμνή,

                                    γι’ αυτό ήρθε να μείνει εδώ.

Το έλατο είναι ψεύτικο, ιμιτασιόν και το χιόνι πάνω του,

τι ντροπή, μήπως σου βρίσκεται ένα τσιγάρο; Το μονό που μπορείς

να το ζητιανέψεις τόσο φιλικά. Όπως το φιλί και κάτι παραπάνω.

Λαμπρά μας φιλοξένησαν οι τρελοί,

                                       με τόση αγάπη και τόση αφοσίωση!

Έβλεπαν τους εαυτούς τους στους ψεύτικους ημάς. Φύγαμε

ζαλισμένοι αποκαλύπτοντας την αλήθεια μας σ’ εκείνους,

που δεν άντεξαν να μείνουν κανονικοί.

                                                  Εχ, αξίζει να τρελαθείς.

στην Αθήνα, 24 Δεκεμβρίου κάθε έτους…

Μεταφορά, προσαρμογή στην Ελληνική: Αχιλλέας Γκάρος

Αύγουστος 2022

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.